ΑΙΣΧΡΟΝ ΕΣΤΙ ΣΙΓΑΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΣΗΣ ΑΔΙΚΟΥΜΕΝΗΣ.

ΜΗΤΡΟΣ ΤΕ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΤΙΜΙΩΤΕΡΟΝ ΕΣΤΙ Η ΠΑΤΡΙΣ.

Εθνική Επέτειος 25 Μαρτίου 2017
Saturday
25/03/2017
14:29 GMT+2
Επιστημονική τεκμηρίωση υπέρ του εθνικού νομίσματος "Στάθης"
0

1821

Στάθης, 23 Μαρ. 2017

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ – ΚΑΛΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ  

Με την επισημείωση ότι τα “ιερά και τα όσια” διατηρούνται και τίθενται αδιαπραγμάτευτα σε κάθε καλύτερο βήμα, αναρτούμε και στηρίζουμε το επετειακό άρθρο του “Στάθη”.

Τα τελευταία χρόνια η επέτειος της Επανάστασης του 1821 γιορτάζεται με κάποιες δυσκολίες. Αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες: από τη μία ο κομφορμισμός στο τελετουργικό της εορτής, σχολικό ή άλλο, καθώς επίσης και η ταρίχευση της προσέγγισης στο νόημα της επανάστασης, κι από την άλλη η πολλαπλή αμφισβήτηση της ταυτότητας και της καταγωγής του 1821.
Κι έτσι, ο μεν σχολαστικός λόγος για την εθνεγερσία αποχυμώνει την ουσία της, ο δε υπερασπιστικός λόγος -όπως τώρα και ο δικός μου- χάνει συχνά την πανηγυρική αύρα των γεγονότων, αυτήν που εννοούσε ο ποιητής όταν μας καλούσε να «μεθύσουμε με το αθάνατο κρασί του ’21».
Σήμερα που η Ελλάδα χειμάζεται, η μέθη αυτή θα μπορούσε να είναι εθνεγερτική, και για αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει εκ προοιμίου -εδώ και πολλά χρόνια- κατασυκοφαντηθεί.
Πίσω από την πολιτική υποταγή της Ελλάδας βρίσκεται η πολιτισμική αποδόμηση. Προϋπόθεση για την αιχμαλωσία του λαού είναι η αποκοπή του από τη λαϊκή παράδοση, την κληρονομιά και τη μνήμη του, ο απορφανισμός του από τους ήρωες και τους αγίους του, τα φυλαχτά του, το σθένος και την έμπνευσή του.
Ο «εκσυγχρονισμός» στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, ήταν η επανακατασκευή του ανθρώπου-ραγιά.
Και το κύριο καθήκον των «εκσυγχρονιστών», στο πλαίσιο της ομογενοποιημένης σκέψης που στηρίζει την παγκοσμιοποίηση, ήταν και είναι να τρομοκρατήσουν ιδεολογικώς την κοινωνία διαλύοντας την πολιτική και πολιτιστική ταυτότητα, το αίσθημα του συνανήκειν, το εθνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η ταξική πάλη, ώστε οι εργαζόμενοι να βρεθούν εν κενώ, οι κατακτήσεις τους να εξαερωθούν και οι όποιες διεκδικήσεις τους για το μέλλον να φαίνονται αδιανόητες.

Οι «εκσυγχρονιστές», δεξιοί και αριστεροί, οι ενσωματωμένοι σοσιαλδημοκράτες, οι νεοφιλελεύθεροι, υπήκοοι, σμπίροι, κουίσλιγκ και τοποτηρητές των αφεντικών τους, είναι οι νέοι γενίτσαροι που καθηλώνουν τον λαό στη θέση του ραγιά. Ο λαός -οι εργαζόμενοι- έπρεπε να πεισθεί για τη θέση του στον νέο (σε συνθήκες προτεκτοράτου) τρόπο παραγωγής, να αισθάνεται ένοχος, να αισθάνεται φταίχτης για τη φτώχεια του. Και προς τούτο αναδύθηκαν οι παραλογισμοί του στυλ «μαζί τα φάγαμε» και οι ανηθικότητες του στυλ «δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». Φθάσαμε στο γκροτέσκ ο λαός να κατηγορείται για λαϊκισμό.
Ο λαός δεν μπορεί να είναι λαϊκιστής, δεν μπορεί να είναι δημαγωγός του εαυτού του. Όμως η επιστράτευση της βλακείας και της αμορφωσιάς από την άρχουσα τάξη παραλύει κάθε αντίσταση της σκέψης, όταν παίρνει τη μορφή ολοκληρωτικής προπαγάνδας που περνάει μέσα από τα ΜΜΕ, τα ΑΕΙ και τα περισσότερα από τα πολιτικά κόμματα.
Η βλακεία είναι ανίκητη. Και ο λόγος της βλακείας, όπως άλλωστε και το ψέμα, όσο πιο τερατώδης είναι, τόσο πιο πιστευτός γίνεται – όπως έλεγε για την κατασκευή της πραγματικότητας ο Χίτλερ στον Γκαίμπελς. Η γέννηση της τερατολογίας και η διασπορά της σε μαζική κλίμακα, όπως οι εθνικοσοσιαλιστές πρώτοι κατόρθωσαν, ταλανίζει και την εποχή μας. Γιατί;
Διότι η άρχουσα τάξη είναι αφιλοσόφητη. Ηλίθια. Εκτός από την αρπαγή του πλούτου, βλέπει μόνον την αρπαγή του πλούτου. Αυτή η τόσον ισχυρή βλακεία για να διαιωνίζει τον εαυτόν της, πρέπει να αποβλακώνει τον λαό. Το φαινόμενο αυτό στην εποχή μας έχει πάρει οργουελικές διαστάσεις και ενισχυμένο από την υπερτεχνολογία τείνει σε καφκικό εφιάλτη.
Το ισχυρότερο εργαλείο για όλα αυτά είναι η χρήση της γλώσσας με τρόπο που να τσακίζει μυαλά, ψυχές, χαρακτήρες, συλλογικότητες, πρόσωπα και βεβαίως την ιστορία. Τη μνήμη. Την αλήθεια – το αντίδοτο της λήθης. Ο εν λήθη άνθρωπος περιπίπτει σε πολιτικό λήθαργο, γίνεται ανδράποδο, αναλώσιμος, απασχολήσιμος, υποαπασχολούμενος, χαμηλόμισθος, έμφοβος, ραγιάς.
Προς τούτο τη γλώσσα στον δημόσιο λόγο κατακλύζουν παρενδύσεις των εννοιών και ευφημισμοί. Η σκλαβιά, λόγου χάριν, ονομάζεται ελεύθερη αγορά, η αλήθεια άνευ της αποδείξεώς της, αλήθεια του άλλου, η αποκολοκύνθωση αυτοπροσδιορισμός και πάει λέγοντας.
Η συσσώρευση όμως αυτής της χρήσιμης βλακείας σε επίπεδο υψηλής τηλεθέασης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την τυραννίδα των τερατολογιών που αποδομούν τις κοινωνικές αντιστάσεις. Η μετατροπή του πολίτη σε α-πόλιδα, σε απάτριδα, σε νομάδα ή κολίγο, είναι ύψιστη προτεραιότητα των αστικών τάξεων που δεν έχουν πατρίδα και νέμονται τον πλούτο των εθνών. Έτσι ο πατριωτισμός δεξιών και αριστερών συκοφαντείται ως εθνικισμός, ενώ ο διεθνισμός των εργατικών τάξεων γίνεται η χλεύη της γκλαμουριάς του κοσμοπολιτισμού των νεόπλουτων.
Ιδιαιτέρως για την Αριστερά, η αποκοπή της από την πατριωτική της διάσταση -εκείνη που την οδήγησε στο έπος του ΕΑΜ ή στην αντοχή της στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, όπως οι κομμουνιστές της ΕΣΣΔ ονόμασαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αναλόγως έδρασαν- η αποκοπή λοιπόν της Αριστεράς από τη γη της και η μετατροπή της σε έναν ηττημένο, μετέωρον Ανταίο, ήταν υψίστης σημασίας καθήκον, απ’ αυτά όμως που μόνον εξωμότες μπορούν να φέρουν εις πέρας, δηλαδή αριστεροί που ενσωματώνονται στο Πραιτώριο.
Ετσι για τον κ. Μπαλτά και όχι μόνον, η Επανάσταση του 1821 «γέννησε το ελληνικό έθνος»!! Τώρα, ποιος έκανε την επανάσταση αν όχι το ελληνικό έθνος, είναι ένα ερώτημα που θα θέσουν οι Πετσενέγκοι στα πρώτα UFOπου θα μας κάνουν τη χάρη να εμφανισθούν στον πλανήτη.
Τέτοιες τερατολογίες όπως αυτή του Μπαλτά, όπως η θεωρία της ασυνέχειας του ελληνικού έθνους, τοποθετούν στη θέση της λογικής και της επιστήμης τη βλακεία και συνεπώς τείνουν να γίνουν απροσμάχητες.

Το έθνος είναι ένας (αρχαιότατος) πολιτικός ορισμός, με διαφορετικούς προσδιορισμούς στη διαχρονία του. Οι διαφορετικοί προσδιορισμοί δεν καθιστούν τα έθνη ασυνεχή, Κινέζους, Εβραίους, Έλληνες, αλλά ορίζουν το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο τα έθνη αυτά διαδοχικώς λειτουργούν. Είτε τα έθνη αυτά είναι αρχαιότερα είτε νεότερα. Διότι, βεβαίως, ο χρόνος του αρχικού σχηματισμού των εθνών ποικίλλει, όπως ποικίλλουν και οι τρόποι της εξέλιξής τους. Ένα νεότερο έθνος, όπως οι Γάλλοι φέρ’ ειπείν, έχει ζήσει υπό πολλούς διαφορετικούς πολιτικούς προσδιορισμούς – σε πολυεθνικό, σε μοναρχικό, σε δημοκρατικό περιβάλλον. Το ίδιο και ένα αρχαίο έθνος όπως των Κινέζων, των Εβραίων και άλλων. Είναι ένας
εκχυδαϊσμός του μαρξισμού η νεωτερικότητα που ταυτίζει τα έθνη με τον τρόπο παραγωγής και μάλιστα τον καπιταλισμό. Τα εθνικά κράτη είχαν εθνικό προηγούμενο. Τη Γαλλική Επανάσταση την έκαναν Γάλλοι, τις Αγγλικές Επαναστάσεις τις έκαναν Αγγλοι, την Ελληνική Επανάσταση την έκαναν Έλληνες (που ήξεραν ότι είναι Έλληνες, πριν να τους «ανακαλύψει» και να τους το αποκαλύψει τάχα ο Διαφωτισμός), τη Ρωσική Επανάσταση έκαναν Ρώσοι και την Ιταλική Ενοποίηση έκαναν Ιταλοί.
Η μόνη επανάσταση που δεν έγινε από προϋπάρχον έθνος, αλλά γέννησε ένα νέο έθνος η ίδια, ήταν η Αμερικανική Επανάσταση, καθώς και οι επαναστάσεις στη Λατινική Αμερική – όλες στον Νέο Κόσμο.

Τέλος, η κολοσσιαία μπαρούφα των εθνομηδενιστών ότι το «νέο» ελληνικό έθνος είναι επινόηση και δημιούργημα του Διαφωτισμού δεν απαντά στις διαρκείς εξεγέρσεις των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία. Δεν απαντά ούτε στην αδιάσπαστη ελληνική γραμματολογία, δημώδη και λόγια, καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας-Ενετοκρατίας. Και βεβαίως δεν εξηγεί τη δημιουργική παρουσία των Ελλήνων παντού, σε Ρωσία, Ιταλία, Αυστρία, Γερμανία, Ανατολία, Μέση Ανατολή – ένας ύστερος ελληνικός οικουμενισμός, στα χνάρια του προγενέστερου ελληνιστικού εις ό,τι αφορά την Ανατολή – μια νέα διασπορά, εις ό,τι αφορά τη Δύση.
Η θεωρία της ασυνέχειας του ελληνισμού, του ελληνικού έθνους δεν εξηγεί γιατί όλοι οι άλλοι μας αποκαλούσαν και μας αποκαλούν Έλληνες – ο καθένας στη γλώσσα του εδώ και 2.500 χρόνια.
Έλληνες αποκαλούσαν οι Δυτικοί τους Βυζαντινούς ήδη από τον 6ο-7ο μ.Χ. αιώνες, το ίδιο και οι Κινέζοι, οι Αραβες – οι πάντες, πλην Φίλη-Μπαλτά-Ρεπούση και, φοβάμαι, Καρανίκα.
Όμως, ας ξεφύγουμε από τον υπερασπιστικό λόγο στον οποίον η βλακεία και η πολιτική (νεοταξίτικη) σκοπιμότητα εξαναγκάζει το αυτονόητο και ας πάμε στο συναρπαστικό ερώτημα: γιατί οι Έλληνες επαναστατούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας; Γιατί για τους Έλληνες δεν χρειάσθηκε η «εθνική αφύπνιση» του 19ου αιώνα, που οδήγησε άλλους λαούς σε επαναστάσεις, σχετικές με τις σφαίρες επιρροής των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά αντιθέτως τους οδήγησε στην αποκοτιά του 1821; «Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Εάν δεν ήμασταν τρελοί, δεν θα εκάμαμεν την Επανάστασι», Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Η απάντηση στο γιατί αυτή η αποκοτιά, γιατί αυτή η τρέλα, βρίσκεται στον αντιστασιακό χαρακτήρα αυτού του λαού. Κάτω από την ώσμωση των λαϊκών παραδόσεων με τον Διαφωτισμό, κάτω απ’ τον βυζαντινό απόηχο και τη μεταβυζαντινή ταυτότητα, πίσω από τις διαφορές του χωρικού απ’ τον λόγιο, του Κλέφτη απ’ τον Φαναριώτη, του εμπόρου απ’ τον πειρατή, του Ρωμιού των παροικιών από τον Ρωμιό της κυρίως Ελλάδας, βρισκόταν ως κοινός παρονομαστής η γλώσσα, η ορθόδοξη πίστη και το αντιστασιακό φρόνημα – η σύγχρονη για εκείνη την εποχή σύνθεση του ομόγλωσσου και των κοινών εθίμων με τον έρωτα για την ελευθερία. Έρωτα ενσυνείδητου και ασίγαστου, όπως όλη η Ιστορία της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας μαρτυρά.
Οι τάξεις χώριζαν τους Έλληνες. Υπήρχε, φέρ’ ειπείν, η Εκκλησία των κοτζαμπάσηδων που επρόσκειτο στους αγάδες, υπήρχε και ο λαϊκός κλήρος που συντρόφευε τον λαό. Το ίδιο το Πατριαρχείο: από τη μία προσκύναγε τον Τύραννο (ως εκπρόσωπος των Ρωμιών κι εν τω άμα εντολοδόχος και τοποτηρητής της Πύλης) και από την άλλη αντιστεκόταν. Υπήρξαν Πατριάρχες που προσκύνησαν, υπήρξαν και Πατριάρχες που κρεμάστηκαν.
Υπήρξαν και οι παπάδες που μάθαιναν στα παιδιά πέντε κολλυβογράμματα στα κρυφά, όταν κι όπου ο Οθωμανός ήταν άγριος, υπήρξαν και οι Μητροπολίτες που άνοιγαν, ας πούμε. παρθεναγωγεία στην Καππαδοκία, εν μέσω του θεοσκότεινου 17ου αιώνα!! Εξαγοράζοντας τον τοπικό πασά. Πολύ πριν να υπάρξει ο Διαφωτισμός (πόσω μάλλον να φθάσει στην Ανατολή). Οι πιο πολλοί όμως στο τέλος έχαναν το κεφάλι τους. Και μόνον αν ήταν σκυμμένο έμενε στους ώμους τους – κι αυτό όχι πάντα. Αυτός ήταν ο «πολυπολιτισμός» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όμως, τι ήταν αυτό που έκανε την ειδοποιό διαφορά και οδήγησε το Γένος στις συνεχείς εξεγέρσεις, στους νεομάρτυρες, στον Πατροκοσμά, στον Κατσαντώνη, στον Ρήγα, στη Φιλική Εταιρεία κι όχι στην ειρηνική συνύπαρξη ή ακόμα και στην αφομοίωση απ’ τον κατακτητή; Και αν όλος αυτός ο τρόπος σχετίζεται με την αντιστασιακή ιδιοπροσωπίαιδιοσυγκρασία, αν θέλετε- των Ελλήνων, πότε και πώς αυτή διαμορφώθηκε;

Πώς λοιπόν γεννήθηκε και πότε αυτή η αντιστασιακή ιδιοπροσωπία; Η πρώτη άλωση της Πόλης προκάλεσε έναν ιστορικό κλονισμό στο στερεότυπο της θεϊκής τάξης στον κόσμο – μέσω της βασιλείας των Ρωμαίων. Για τον βυζαντινό άνθρωπο ο κόσμος άλλαξε δραματικά εν μία νυκτί. Οι γεωπολιτικές αλλαγές δεν ήταν πια «επεισόδια» τα οποία μπορούσε να (δια)χειρίζεται η Πόλη, όπως έκανε ανά τους αιώνες (σ.σ.: μια κλίμακα πολύ διαφορετική από τις δεκαετίες).

Το κολοσσιαίο γεγονός της Άλωσης, η αντίθεση με τους Λατίνους (αυτούς τους «αγροίκους Ρωμαίους της Δύσης») οδήγησε τη βυζαντινή ελίτ στην αναζήτηση διακριτικής ταυτότητας – στην αναζήτηση της ρίζας του λαού. Η ανάκτηση της Πόλης επέτεινε αυτήν τη διαδικασία – ο διμέτωπος αγώνας με τους Λατίνους και τους Σελτζούκους (στη συνέχεια Οθωμανούς) διαμόρφωσε τους νέους προσδιορισμούς για το Γένος, μέσα απ’ αυτό που η Δύση σήμερα ονομάζει «Πρώιμη Βυζαντινή Αναγέννηση» (13ος-15ος αιώνες). Και που η έναρξή της ιχνηλατείται ήδη από την εποχή των Κομνηνών (πάνω στο υπόβαθρο που δημιούργησε η χειμαρρώδης επιστροφή των ελληνικών γραμμάτων κατά την εποχή των Μακεδόνων).
Γιατί όμως οι Έλληνες, οι Γραικοί, οι Ρωμιοί (οι Βυζαντινοί, όπως τους ονομάζουμε σήμερα) δεν αποδέχθηκαν τα αποτελέσματα του 1204; Γιατί δεν προσαρμόσθηκαν στο νέο πολιτικό-οικονομικό-κοινωνικό περιβάλλον, όπως πολλοί άλλοι λαοί έκαναν τις ρευστές εκείνες εποχές; Γιατί δεν έκαναν το ίδιο το 1453; Διότι
οι Έλληνες αποστρέφονταν την τυραννία και αποζητούσαν την κατά το δυνατόν δίκαιη διακυβέρνηση, διακατέχονταν από ένα έντονο κοινό περί δικαίου αίσθημα, όπως και σήμερα (δείτε την ελληνική λογοτεχνία, δημοτική και λόγια, κατά τους Μέσους χρόνους).
Πώς συνέβη αυτό; Είχε να κάνει με τον αρχαίο τρόπο ζωής, τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία και την ηθική; Μόνον εμμέσως, και μόνον στον βαθμό που κάποια τέτοια στοιχεία είχαν ενσωματωθεί στην (αρχική) διαμόρφωση της Ορθοδοξίας (4ος-6ος αιώνες). Αυτό που κυρίως καθόρισε τον χαρακτήρα των βυζαντινών, λαού και αρχόντων, ήταν το ίδιο τους το πολίτευμα, για χίλια χρόνια.

Όπως η σύγχρονη βυζαντινολογία παρατηρεί και αποδεικνύει, μέσα στο ίδιο το βυζαντινό πολίτευμα, τη «Βασιλείου Τάξη», όπως οι ίδιοι το αποκαλούσαν, ενδημούσε η έννοια της επανάστασης. Πότε; Όταν η διακυβέρνηση δεν ήταν δίκαιη.
Σήμερα κάτι τέτοιο, η αντίδραση εναντίον της αδικίας, μας φαίνεται αυτονόητο. Στον Μεσαίωνα όμως δεν ήταν. Για τους λαούς της Δύσης, η ελέω Θεού μοναρχία ήταν αδιαμφισβήτητη, ανεξαρτήτως αν ο μονάρχης ήταν δίκαιος ή άδικος, τρελός ή εξωγήινος. Στο Βυζάντιο δεν ήταν έτσι. Δεν υπήρχε Ελέω Θεού μοναρχία. Υπήρχε βασιλεία με τη χάρη του Θεού, υπέρ του λαού. Τούτο σήμαινε ότι ο μονάρχης (ως εκπρόσωπος του Θεού) όφειλε να είναι δίκαιος, αλλιώς θα ήταν τύραννος, και ο λαός είχε το δικαίωμα να τον ανατρέψει.
Μας φαίνεται παράξενο σήμερα, αλλά δεν είναι. Οι έννοιες του δικαίου, της τυραννίας, της φιλολαϊκής διοίκησης, της εκπαίδευσης, της χρηστής συμπεριφοράς διατρέχουν τη βυζαντινή γραμματεία. Το ίδιο όπως η προστασία των μικρών γεωργών, ο έλεγχος των Δυνατών, η πρόνοια για τους φτωχότερους, η αυταξία του εμπορίου και η απολογητική της εξουσίας διατρέχουν τη βυζαντινή διοίκηση.
Για να καταλάβουμε το πολίτευμα και συνεπώς τον τρόπο ζωής στη Ρωμανία, μας λέει ο Μπεκ, πρέπει να εννοήσουμε την καταγωγή τους. Η καταγωγή αυτού του πολιτεύματος έρχεται από τον νομικό πολιτισμό της Ρώμης, σε συνδυασμό με τον «θεϊκό άνδρα» της ελληνιστικής παράδοσης. Εκείνον τον άνδρα (και συχνά γυναίκα) που η φιλοσοφία και η ηθική υποχρέωναν να κυβερνά με χρηστό τρόπο, στο πλαίσιο ενός διαρκούς συμβιβασμού των πλουσίων, του λαού και του στρατού. Όταν αυτός ο συμβιβασμός έχανε την ισορροπία του, οι βυζαντινοί μιλούσαν για τυραννία και η επανάσταση γινόταν αναμενόμενη και νόμιμη.
Η διακυβέρνηση γινόταν στο όνομα του θεού υπέρ του λαού. Ο θεός δεν μπορούσε παρά να προστατεύει τον λαό και συνεπώς ο εκπρόσωπός του, ο «θεϊκός άνδρας», έπρεπε να κάνει το ίδιο. Αλλιώς η ανατροπή του ήταν επιβεβλημένη. Μας φαίνεται παράξενο, αλλά το σύνολο σχεδόν της πολιτικής ρητορικής των Βυζαντινών περιστρέφεται γύρω απ’ αυτόν τον κανόνα. Έναν κανόνα με πολλές εξαιρέσεις, αλλά κανόνα. Και δεν περιστρέφεται μόνον η ρητορική, αλλά και η διοίκηση – βρίθει η βυζαντινή ιστορία γεγονότων που σχετίζονται με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης και ζωής. Και στα παλάτια και στις αγορές, η σχέση με την εξουσία ήταν κριτική και συνεπώς η διαμόρφωση του αντιστασιακού χαρακτήρα κάθε άλλο παρά παράδοξη. Ο ίδιος
ο Χριστός είναι ένας Θεός του δίκιου. Αυτό ήταν, κυρίως, που τον έκανε αποδεκτόν στον ελληνικό κόσμο. Ο θεός της αγάπης στέφει το δίκιο και συνεπώς προστατεύει τον λαό – γίνεται ένας «δικός του άνθρωπος».
Αν ο αρχαίος πολίτης είναι εραστής της ελευθερίας και των νόμων, ο βυζαντινός υπήκοος είναι φίλος της τάξης και του δίκιου.
Η αντίσταση των Ελλήνων στην παπική τιάρα και το τουρκικό φακιόλι, εξουσίες τυραννικές, έλκει την καταγωγή της από την αμφισβήτηση και την αντίσταση στις δικές τους εξουσίες, όταν τις θεωρούσαν άδικες.
Μπορεί συχνά η επανάσταση σε εκείνους τους καιρούς να απηχούσε δυναστικές έριδες ή αριστοκρατικές δολοπλοκίες, αλλά και μόνον το ενδεχόμενό της διαπαιδαγωγούσε διαρκώς την κριτική διάθεση του λαού για τα τεκταινόμενα. Έτσι οι Έλληνες δεν αποδέχθηκαν ποτέ την καθαίρεση της Ορθοδοξίας από την Καθολική αίρεση – διότι οι Φράγκοι ήταν τυραννικοί. Ούτε επίσης αποδέχθηκαν ποτέ τη διοίκηση των αλλόπιστων μουσουλμάνων, διότι ήταν άδικη και μάλιστα α-νομη. Για αυτό και συγκρούσθηκαν με όσους από τους δικούς τους άρχοντες φράγκευαν ή τούρκευαν. Όλοι;
Ποτέ και σε τίποτα δεν υπάρχει αυτό το «όλοι». Ενίοτε μάλιστα αυτοί που κάνουν τη διαφορά είναι μειοψηφίες. Έτσι, μέσα στο πέλαγος των ραγιάδων (αλλά και στην κάστα των συνεργατών), τη διαφορά την έκαναν οι νεομάρτυρες, οι κλέφτες και όλοι εκείνοι που στη δυστοπία αναζητούσαν την ουτοπία. Την ουτοπία που εν τέλει πιάνει τόπο, όπως έπιασε τόπο η Επανάσταση του 1821.
Μια ακόμα προδομένη επανάσταση, όπως η Γαλλική ή η Ρωσική, όπως όλες σχεδόν οι επαναστάσεις που δημιουργούν μια νέα εποχή και πάνε τον άνθρωπο ένα βήμα μπρος. Αλλωστε οι επαναστάσεις είναι πάντα ημιτελείς. Και η προσπάθεια για την εξάλειψη των δεινών που επιφέρει η προδοσία μιας επανάστασης, είναι ο δρόμος για την επόμενη.
Για εμάς τους Ελληνες η διαδρομή από το 1821 ως το 1843, κι από κει ως το 1910 και ως το ΕΑΜ της κατοχής, είναι η απόδειξη αυτής της διαδικασίας. Μιας επανάστασης που επιμένει να συντελεσθεί…

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Upload File

You can include images or files in your comment by selecting them below. Once you select a file, it will be uploaded and a link to it added to your comment. You can upload as many images or files as you like and they will all be added to your comment.