ΑΙΣΧΡΟΝ ΕΣΤΙ ΣΙΓΑΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΣΗΣ ΑΔΙΚΟΥΜΕΝΗΣ.

ΜΗΤΡΟΣ ΤΕ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΤΙΜΙΩΤΕΡΟΝ ΕΣΤΙ Η ΠΑΤΡΙΣ.

Οι Ηγεμονικές Δυνάμεις, τα λιγότερο ισχυρά κράτη και η Ελλάδα
Thursday
14/03/2019
22:31 GMT+2
Επιστημονική τεκμηρίωση υπέρ του εθνικού νομίσματος Παναγ. 'Ηφαιστος
0


 

 

Παν. Ηφαιστος, 14 Μαρ. 2019

 

 

Ακολουθούν τέσσερα αλληλένδετα κείμενα. Από το πρώτο θα αντλήσει η προφορική εισήγηση στην ημερίδα στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς στις 15.3.2019. Το δεύτερο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Δυνάμεων, Γαλλία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία», κεφάλαιο 6 ενότητα 3 όπου αναλύονται οι «πελατειακές σχέσεις» των τριών ευρωπαϊκών δυνάμεων μετά το 1945 με τις ΗΠΑ. Ακολουθεί αγγλικό κείμενο με τίτλο στο «Patron-Client Relations in the Emerging Security Environment”, στο Jerusalem Journal of International Relations, vol. 14. No 2 1992 όπου εξετάζονται οι «πελατειακές σχέσεις» Ισραήλ στην πρώτη κρίση του Ιράκ. Στο τέλος απόσπασμα από τον Θουκυδίδη του διαλόγου Μηλίων και Αθηναίων.

Για την χάραξη κα εφαρμογή στρατηγικής αλλά και για την μελέτη της διεθνούς πολιτικής μπροστά μας έχουμε μια πολύ προκλητική εποχή ενός διεθνούς συστήματος πολλών και πυρηνικά εξοπλισμένων μεγάλων δυνάμεων. Για κάθε λιγότερο ισχυρό κράτος όπως η Ελλάδα δύο είναι τα ζητήματα που πρωτίστως τίθενται.

  • Πρώτον, την διαχρονική θέση των ηγεμονικών δυνάμεων στην διεθνή πολιτική.

  • Δεύτερον, τις πολιτικές λιγότερο ισχυρών κρατών στις σχέσεις με τις ηγεμονικές δυνάμεις, πιο συγκεκριμένα πως και περί τίνος συναλλάσσονται.

Εξ αντικειμένου τα ηγεμονικά κράτη είναι οι βαθύτερες διαμορφωτικές δυνάμεις του ιστορικού γίγνεσθαι. Μετά τον Μέγα Αλέξανδρο διαδοχικά είχαμε την Ελληνιστική περίοδο, την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και επί μια χιλιετία την Δυτική Ρωμαιοκαθολική Αυτοκρατορία και την Βυζαντινή Οικουμένη.

Βασικά, ενώ η κλασική εποχή και η αντίστοιχη εποχή μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας και περισσότερο μετά τον ΟΗΕ αποτελούν τις δύο μεγάλες φάσεις του κρατοκεντρισμού, οι υπόλοιπες ιστορικές περίοδοι χαρακτηρίζονται από αυτοκρατορίες διαφορετικών δεσποτικών και ηγεμονικών βαθμίδων με εξαίρεση την Βυζαντινή Αυτοκρατορία η οποία κατά το πλείστο και επί μια χιλιετία ήταν κοσμοσυστημικά δημοκρατική.

Ακόμη και μετά την Βεστφαλία μέχρι και τον 20 αιώνα Αυτοκρατορίες είχαμε και μάλιστα Αποικιοκρατικές. Επιπλέον, μετά τους Εθνικοαπελευθερωτικούς Αγώνες που οδήγησαν στο Μεταπολεμικό κρατοκεντρισμό, και πάλι το δεσπόζων χαρακτηριστικό ήταν ο διπολισμός των υπερδυνάμεων, ενώ στην συντρέχουσα μετάβαση προς ένα πολυπολικό σύστημα ο ρόλος παλαιών και νέων αναδυόμενων ηγεμονικών δυνάμεων είναι ο πιο σημαντικός παράγων της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής.

Η ειδοποιός διαφορά του συγκαιρινού διεθνούς συστήματος είναι οι δύο εκατοντάδες λιγότερο ισχυρά κράτη. Ένα λιγότερο ισχυρό κράτος όπως η Ελλάδα –όπως βέβαια και όλα τα άλλα λιγότερο ισχυρά κράτη– τις μεγάλες δυνάμεις δεν μπορεί να τις αποφύγει, μπορεί όμως να τις διαχειριστεί επιδιώκοντας ισόρροπες και συμμετρικές σχέσεις.

Οι δύο λοιπόν όψεις του ίδιου νομίσματος της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής είναι στην μια πλευρά οι μεγάλες δυνάμεις οι οποίες όπως αναφέρεται στον Θουκυδίδη για κάποιο εγγενή λόγο αποβλέπουν στην ηγεμονία και στην άλλη τα λιγότερο ισχυρά κράτη των οποίων αναπόδραστα η επιβίωση, η ευημερία και η ασφάλεια εξαρτάται από την δυνατότητά τους να αναπτύξουν συναλλαγές που οδηγούν σε επωφελείς συμμετρικές και ισόρροπες σχέσεις.

Στην βάση του ίδιου σκεπτικού λογικό είναι να υποστηριχθεί ότι πέραν των αξιωμάτων του Θουκυδίδη και για να φωτιστούν αυτά τα αξιώματα υπό το πρίσμα των εκάστοτε ιστορικών συγκυριών, στην μια όψη του νομίσματος των διεθνών σπουδών δεσπόζει η διπλωματία και η στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων και στην άλλη η στρατηγική των λιγότερο ισχυρών κρατών για επωφελείς συναλλαγές ή αυτό που ονομάζουμε patron-client relations και που αποτελεί από καιρό τον πυρήνα της ανάλυσης της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής ιδιαίτερα της αιχμής της, της στρατηγικής ανάλυσης.

Ως προς τούτο καλό είναι να γίνει μια προκαταρτική, εκτιμάται σημαίνουσα, επισήμανση. Όπως πολλοί παραστατικά γράφουν, οι ηγεμονικές δυνάμεις εναλλάσσουν συμμαχίες πλην είτε συγκρούονται είτε συγκλίνουν και συμμαχούν οι περιφέρειες είναι το πεδίο της αντιπαράθεσης. Ή, όπως πολλοί εύστοχα και παραστατικά γράφουν, οι ελέφαντες είτε συγκρούονται είτε ερωτεύονται το γρασίδι υποφέρει, εξ ου και ένα ακόμη μείζον και ίσως το πιο δύσκολο ζήτημα της στρατηγικής ενός λιγότερο ισχυρού κράτους είναι να κατορθώνει αφενός να υιοθετεί ορθολογιστικές συμμαχίες και αφετέρου να μην εισέρχεται στις διαδοχικές ηγεμονικές συμπληγάδες.

Τόσο η σύγκρουση των ηγεμονικών δυνάμεων και οι εναλλαγές συμμαχιών μεταξύ τους είναι πολύ διαφορετικού είδους από τον αγώνα που κάθε λιγότερο ισχυρό κράτος κάνει, ιδιαίτερα εντός συμμαχιών, να επιτύχει συμμετρία και ισορροπία συμφερόντων με τα ηγεμονικά κράτη.

Πιο συγκεκριμένα, οι λυκοφιλίες των ηγεμονικών δυνάμεων αφορούν πρωτίστως εάν όχι πάντα τις κατανομές και ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων πλανητικά και συνδεδεμένα με αυτό τις ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων περιφερειακά και τοπικά.

Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, επειδή συμμάχησε ο Νίξον με τον Μάο ή εάν αύριο συμμαχήσουν οι ΗΠΑ με του Ρώσους για να εξισορροπηθεί η Κίνα δεν υπάρχουν Αμερικανοί φιλοκινέζοι, Κινέζοι φιλοαμερικανοί ή Ρώσοι φιλοαμερικανοί και πάει λέγοντας. Συμφέροντα έχουν όλοι και εναλλαγές συμμαχιών που τα εκπληρώνουν ενώ την ίδια στιγμή που συγκλίνουν για στρατηγικούς λόγους σε μια περιφέρεια ενδέχεται να συγκρούονται σε μια άλλη. Είτε συναλλάσσονται είτε συγκρούονται τα περιφερειακά κράτη ιδιαίτερα τα απρόσεκτα πάσχουν.

Διαφορετικά είναι τα πράγματα για ένα λιγότερο ισχυρό κράτος που αναπτύσσει στρατηγική στην περιφέρειά του και την συνδέει με τις σχέσεις του με τα ηγεμονικά κράτη.

Τοπικά και περιφερειακά για μια μεγάλη δύναμη όταν διαμορφώνει την πολιτική της απέναντι σε λιγότερο ισχυρά κράτη το μείζον δεν είναι εάν απέναντί της έχει κάποιους «φίλους» ή κάποιους «ηγέτες που συμπαθεί» αλλά το κατά πόσο ένα περιφερειακό κράτος είναι αξιόπιστος σύμμαχος στα στρατηγικά παίγνια για την ρύθμιση της τοπικής και περιφερειακής κατανομής ισχύος.

Εάν το λιγότερο ισχυρό κράτος είναι αδύναμο, φοβισμένο, υπάκουο και έτοιμο να υπηρετήσει τα συμφέροντα του μεγάλου κράτους χωρίς ανταλλάγματα, η εμπειρία καταμαρτυρεί ότι τα ηγεμονικά κράτη το θεωρούν αναλώσιμο πάνω στον βωμό των στρατηγικών παιγνίων.

Σε κάθε περίπτωση, για λόγους που είναι εγγενείς σε κάθε κρατοκεντρικό σύστημα ισχύει το αξίωμα του Θουκυδίδη ότι, δηλαδή «η μεγαλύτερη γέφυρα μεταξύ κρατών είναι το συμφέρον». Όπως θεμελίωσε ο Edward H. Carr, βέβαια, οι οικουμενικισμοί ήταν πάντα μεταμφιέσεις ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος για κατανάλωση αναλώσιμων ευκολόπιστων κρατών.

Ιδιαίτερα όταν ένα λιγότερο ισχυρό κράτος είναι σε αδύναμη και δύσκολη θέση εκκλήσεις και ρητορική φιλίας, διεθνισμού και άλλων παρόμοιων που εξ αντικειμένου υποβαθμίζουν τον ρόλο της κρατικής ισχύος είναι σχεδόν σίγουρο ότι το κράτος αυτό οδηγείται πάνω στην ηγεμονική σκακιέρα για συρρίκνωση ή κατακρεούργηση και κατακερματισμό.

Ανά πάσα στιγμή πάνω στο τραπέζι των εναλλακτικών στρατηγικών σχεδίων είναι έτοιμες αναρίθμητες «απρόσωπες» αποφάσεις και επιλέγεται η πιο συμφέρουσα ανάλογα με το πώς εξελίσσονται τα πράγματα, τι πολιτικές ακολουθούν οι εμπλεκόμενοι, τυχαία γεγονότα και το τι κάνουν οι άλλες μεγάλες δυνάμεις.

Τα παραδείγματα της διαχρονίας είναι πολλά και ένα λιγότερο ισχυρό κράτος απαιτείται να είναι πολύ προσεκτικό όσον αφορά τα αισθητικά κριτήρια, τους όρους όπως «φίλος» ή «εχθρός», τα χαμόγελα, τους χορούς, τα τραγούδια και τους εναγκαλισμούς, καθότι μπορεί να δοθούν πολύ λανθασμένες και ζημιογόνες παραστάσεις.

Μόνο συμφέροντα υπάρχουν και τίποτα άλλο εξ ου και απαράβατα ισχύουν τα εξής:

1ονΣυναλλαγές αναπτύσσονται στην βάση των εθνικών συμφερόντων και αναλώσιμο θεωρείται ένα κράτος που δεν θέτει αδιαπραγμάτευτες κόκκινες γραμμές.

2ον Εντός συμμαχιών μετράει η αξιοπιστία του λιγότερο ισχυρού στην ανάπτυξη αποτρεπτικής στρατηγικής κατά των εναντίον του περιφερειακών απειλών και η ικανότητά του να ασκεί περιφερειακή στρατηγική εποπτεία και από θέση ισχύος να συναλλάσσεται ορατά ή αθέατα με τα ηγεμονικά κράτη της συμμαχίας στην οποία είναι ενταγμένο.

3ονΣτις γνωστές ή αθέατες διαπραγματεύσεις και συναλλαγές στο τραπέζι είναι συγκεκριμένα αμοιβαία συμφέροντα. Υποτακτική παροχή υπηρεσιών στον ισχυρό σύμμαχο ενός λιγότερο ισχυρού κράτους έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται αναλώσιμο.

4ονΕπί θεμάτων εθνικής στρατηγικής το συμμαχικό ηγεμονικό κράτος είναι εξαιρετικά παρατηρητικό και πληροφορημένο: Μετράει η πολιτική συναίνεση γύρω από τα έσχατα εθνικά συμφέροντα, ενώ αντίστροφα ο πολιτικός κατακερματισμός ή η εικόνα μοναχικών πολιτικών προσώπων εν μέσω κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων διεγείρει αμέσως και ενεργοποιεί ηγεμονικές τακτικές διαίρει και βασίλευε για να επιτύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

5ονΣτην στρατηγική των ηγεμονικών κρατών απέναντι σε όλους αλλά κυρίως όσον αφορά τα εύθραυστα, αδύναμα και ευμετάβλητα λιγότερο ισχυρά κράτη ανά πάσα στιγμή υπάρχουν αναρίθμητα εναλλακτικά σενάρια αποφάσεων (contingencyplans) και η επιλογή της καλύτερης για αυτούς απόφαση γίνεται όχι με όρους φιλίας ή διαπροσωπικών σχέσεων αλλά ανάλογα με το πώς εξελίσσονται τα πράγματαόπως κινείται η θυελλώδης δίνη της διεθνούς πολιτικής μέσα στην οποία μικρά και μεγάλα κύματα και ισχυροί άνεμοι συμπλέκονται ανοίγοντας ή κλείνοντας ευκαιρίες και δημιουργώντας έτσι προϋποθέσεις για εναλλακτική απόφαση.

«Patron-client» μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών

Αντλεί εν πολλοίς από το «Patron-Client Relations in the Emerging Security Environment”, στο Jerusalem Journal of International Relations, vol. 14. No 2 1992. Το άρθρο βρίσκεται στην διεύθυνση http://wp.me/p3OlPy-wB Στην ανάρτηση έχει σύνδεσμο στο αρχείο PDF στο τέλος του οποίου είναι το Αγγλικό κείμενο: https://ekdoseispiotita.files.wordpress.com/2014/06/ceb1cf81ceb8cf81cebf1.pdf

Η σύμπλευση του λιγότερο ισχυρού κράτους τίθεται υπό την αίρεση ανταμοιβών που ενώ για τον αδύναμο είναι στρατηγικού χαρακτήρα και σημαντικές για την ηγεμονική δύναμη συχνά είναι δευτερεύουσες και τακτικού χαρακτήρα. Όσο περισσότερο ισχύει αυτό τόσο περισσότερο διευρύνονται οι ευκαιρίες του λιγότερο ισχυρού κράτους να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του.

Το λιγότερο ισχυρό κράτος βρίσκεται σε καλή διαπραγματευτική θέση εάν ο ισχυρός σύμμαχος γνωρίζει ή εάν πειστεί ότι διακυβεύονται έσχατα συμφέροντα επιβίωσης και ασφάλειας που συνδέονται με δύσκολα, επικίνδυνα και ενδεχομένως μη επιδεχόμενα επίπλαστες συμφωνίες ιστορικά ζητήματα. Κατά νου έχω πολλές περιπτώσεις κατά κύριο λόγο όμως το Μεσανατολικό ως προς το οποίο μελετήσαμε την στρατηγική του Ισραήλ και της Τουρκίας με αφορμή τις δύο διαδοχικές κρίσεις του Ιράκ.

Οι συναλλαγές με βάση την εξίσωση εκατέρωθεν κόστους-οφέλους των ζητημάτων που τίθενται δεν είναι κάποιου είδους εκβιασμός αλλά συνήθης πρακτική μεταξύ των ηγεμονικών δυνάμεων με βιώσιμα, αξιόπιστα και ως εκ τούτου μη αναλώσιμα λιγότερο ισχυρά συμμαχικά και όχι μόνο κράτη

Στο ευρύτερο πλέγμα σχέσεων μικρών και μεγάλων κρατών το ηγεμονικό κράτος επιχειρεί πάντοτεεκτός εάν έχει θέσει τον λιγότερο ισχυρό υπό καθεστώς πλήρους υποτέλειας ή εξάρτησης και εάν οι αντιπρόσωποι του τελευταίου δεν έχουν στρατηγική παιδεία ως προς τις στρατηγικές προσεγγίσεις των μεγάλων δυνάμεων–, να αναπτύξει τις σχέσεις σ’ ανταλλακτική βάση ή και να κατευνάσει την αδύναμη πλευρά επί ζητημάτων που για το ισχυρό κράτος είναι τακτικού χαρακτήρα.

Η αποστολή τελεσιγράφων είναι η εξαίρεση παρά ο κανόνας στις διακρατικές σχέσεις και συνήθως σχετίζεται σε ακραίες περιπτώσεις ή σε περιστάσεις κρίσεων και πολεμικών συρράξεων. Η κλασική προσέγγιση του ισχυρού κράτους συνίσταται στην διαχείριση των εκατέρωθεν συμφερόντων με σκοπό να εξασφαλίσει την πιο επωφελή στρατηγική διευθέτηση με το λιγότερο δυνατό κόστος.

Οι συνήθεις «προσφορές» του λιγότερο ισχυρού στην βάση των οποίων γίνεται η «συναλλαγή» συμφερόντων είναι πολιτική σύμπλευση με τον ισχυρότερο όταν αυτό δεν βλάπτει τα ζωτικά του συμφέροντα, όπως προσφορά στρατιωτικών διευκολύνσεων ή βάσεων, συμμαχική σύμπραξη σε περιόδους κρίσεων, άδειες ελεύθερης διέλευσης πλοίων και αεροπλάνων, συμμετοχή σε στρατιωτικές ενέργειες και συμπράξεις για την ενίσχυση των συμμαχικών δομών.

Συνοψίζοντας, ένα βιώσιμο λιγότερο ισχυρό κράτος συμπλέει με τους στρατηγικούς σκοπούς του ισχυρού, εάν αυτό δεν βλάπτει τα δικά του ζωτικά συμφέροντα.

Εάν βλάπτει τα ζωτικά του συμφέροντα και εν τούτοις υποχωρεί το ηγεμονικό κράτος το γνωρίζει πολύ καλά εξ ου και σε αυτή την περίπτωση θεωρεί τον αδύναμο αναλώσιμο στα εν εξελίξει αδιάκοπα στρατηγικά παίγνια.

Μείζον ζήτημα αξιοπιστίας ενός λιγότερο ισχυρού κράτους, ιδιαίτερα εντός τυπικών ή άτυπων ή ad hoc συμμαχιών, είναι πρωτίστως η επίγνωση πως δεν ανήκει στις συμμαχίες αλλά ότι συμμετέχει ως ισότιμο κράτος-μέλος μεριμνώντας ταυτόχρονα να δημιουργεί τις ανάλογες παραστάσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν στην πρώτη κρίση του Κόλπου οι ΗΠΑ παραχώρησαν στους Ισραηλινούς αντιβαλλιστικούς πυραύλους «Πάτριοτ» για να μην κάνουν αυτό που εάν έκαναν θα ήταν εις βάρος τους, δηλαδή να αντεπιτεθούν κατά του Ιράκ προκαλώντας μετατόπιση συμμαχιών στον Αραβικό κόσμο. Εν μέσω μεγάλης κρίσης και με τους Αμερικανούς να ξεδιπλώνονται στρατηγικά συγκροτώντας μια μεγάλη και ετερόκλητη ad hoc συμμαχία, οι Ισραηλινού για να αποσπάσουν περισσότερα ανταλλάγματα απειλούσαν ότι θα επιτεθούν αμυνόμενοι κατά των Ιρακινών πυραύλων.

Είναι ευνόητο πως ήταν προς το συμφέρον των ισραηλινών να μην επιτεθούν οι ίδιοιαλλά ο μεγαλύτερος στρατός της περιοχής (του Ιράκ) να καταστραφεί όχι από τους ίδιους τους Ισραηλινούς αλλά από μια μεγαλύτερη συμμαχική δύναμη.

Έτσι στάθηκαν οι Ισραηλινοί με αποτέλεσμα να δρομολογηθεί μια συντριπτική υπέρ των Ισραηλινών ανακατανομή ισχύος στην Μέση Ανατολή που μας οδηγεί στο σήμερα.

Αυτή η χαρακτηριστική στάση του Ισραήλ που είναι συνήθης στις συμμαχικές σχέσεις ως στάση των λιγότερο ισχυρών κρατών και επί όλων των ζητημάτων που συνεχώς εγείρονται, στην στρατηγική ανάλυση ονομάζεται η «τυραννία του αδυνάμου» (tyranny of the weak).

Κάθε λιγότερο ισχυρό κράτος ιδιαίτερα εντός συμμαχιών έχει πάντα στο διαπραγματευτικό του οπλοστάσιο έτοιμα σχέδια εναλλακτικών επιλογών και ανάλογα με το πώς εξελίσσονται τα πράγματα αποφασίζει με σκοπό να ισορροπήσει υπέρ των συμφερόντων του την πλάστιγγα κόστους οφέλους του ηγεμονικού κράτους.

Στην περίπτωση της κρίσης του κόλπου που προαναφέρθηκε και εκτιμώντας την ζημιά επί των δικών τους στρατηγικών συμφερόντων εάν οι Ισραηλινοί είχαν αντί-επιτεθεί προτίμησαν να «ανταλλάξουν» ποικιλοτρόπως την Ισραηλινή «ανοχή». Ανάλογες ανταλλαγές έγιναν και με άλλα μικρότερα κράτη και με την Τουρκία.

Στην περίπτωση της Τουρκίας που μαζί με το Ισραήλ θεωρείται ότι διαχρονικά αναπτύσσουν αριστοτεχνικές προσεγγίσεις επωφελών συναλλαγών εντός συμμαχιών, στην επόμενη κρίση του 2003 όταν οι ΗΠΑ ζητούσαν διευκολύνσεις να επιτεθούν στο Ιράκ απαίτησαν και πήραν, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος, την Κύπρο στο πιάτο με το σχέδιο Αναν, χωρίς εν τούτοις και πάλι η Τουρκία να ενδώσει ζητώντας ακόμη μεγαλύτερα ανταλλάγματα. Παρενθετικά παρατηρείται πως εδώ δεν τον αστάθμητο παράγοντα που ονομάζεται ένστικτο αυτοσυντήρησης μιας βιώσιμης κοινωνίας όταν προτείνεται ο αργός της θάνατος με αποτέλεσμα να αναδυθεί το γνωστό ΟΧΙ του 2004 και εκεί είμαστε.

Υπογραμμίζεται ότι όταν βλάπτονται τα ζωτικά συμφέροντα του λιγότερο ισχυρού τότε οι συναλλαγές είναι ασύμφορες και ο λιγότερο ισχυρός επιδιώκει είτε να παρακάμψει τις επιθυμίες του ισχυρού χωρίς να συγκρουστεί μαζί του είτε να δημιουργήσει προϋποθέσεις υψηλού κόστους και συνηγορία του ηγεμονικού κράτους.

Ενίοτε ο αδύναμα και αναποτελεσματικά κράτη υποχωρούν σε θέματα ζωτικών εθνικών συμφερόντων για να εξυπηρετήσει εφήμερους και ρευστούς τακτικούς σκοπούς του ισχυρού σύμμαχού τους. Το φταίξιμο είναι μάλλον δικό τους, επειδή δεν είχαν φροντίσει να μην βρεθούν σ’ αυτή την δυσχερή θέση οπότε πληρώνει το κόστος της αμέλειάς του.

Στοιχειώδης γνώση της μεταπολεμικής Αμερικανικής στρατηγικής (δόγμα Νίξον: στρατιωτική βοήθεια και πελατειακές σχέσεις με αυτούς που μπορούν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους και να επιβάλουν περιφερειακή σταθερότητα) δείχνει ότι, οι ΗΠΑ κατά καιρούς και με εναλλασσόμενο τρόπο συνάπτουν πελατειακές συναλλαγές με εκείνα τα περιφερειακά κράτη (πχ Ισραήλ, Ιράν, Τουρκία, Σαουδική Αραβία), οι οποίες κατορθώνουν να ασκήσουν στρατηγική εποπτεία στο άμεσο περιφερειακό περιβάλλον στο οποίο ανήκουν είτε τα ίδια είτε με τυπικές ή άτυπες συγκλίσεις.

Στην περίπτωση αυτή, είναι πρόβλημα του λιγότερο ισχυρού και όχι της ηγεμονικής δύναμης, να μην αφήνονται οι διπλωματικοί και στρατιωτικοί συσχετισμοί ισχύος με εχθρικούς γειτονικούς «τοποτηρητές» να επιδεινωθούν σε βαθμό που τα δικά τους ζωτικά εθνικά συμφέροντα να καθίστανται αναλώσιμα στον βωμό της στρατηγικής σκοπιμότητας της ηγεμονικής δύναμης.

Σ’ ένα περιφερειακό σύστημα ισορροπίας ισχύος δυαδικού χαρακτήρα, εάν ανατραπεί η ισορροπία υπέρ της μιας πλευράς, το αναμενόμενο είναι πως η εκτός περιφέρειας ηγεμονική δύναμη θα καλέσει αυτόν που βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση να προσαρμοστεί στην περιφερειακή στρατηγική λογική τόσο του ηγεμονικού κράτους όσο και του άλλου περιφερειακού κράτους ακόμη και εάν δεν είναι σύμμαχος της ηγεμονικής δύναμης. Το τελευταίο, λόγω ισχυρής θέσης, έχει πλέον την ευχέρεια να αναπτύσσει πελατειακές σχέσης με τις ισχυρότερες δυνάμεις. Το άλλο περιφερειακό κράτος έχει δύο μόνον επιλογές: είτε να καταστεί το ίδιο ο περιφερειακός πελατειακός συνεταίρος της ηγεμονικής δύναμης είτε να εξισορροπήσει πλήρως τον «περιφερειακό τοποτηρητή».

Μια ακόμη πιο προχωρημένη αλλά ριψοκίνδυνη θέση θα μπορούσε να είναι η απόκτηση δυνατοτήτων πλήρους εξουδετέρωσης του «περιφερειακού τοποτηρητή» εξέλιξη που θα καταστήσει το στρατηγικό οικοδόμημα της ηγεμονικής δύναμης ετοιμόρροπο. Σ’ αυτή και μόνο σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αναμένει πιο ισόρροπες στάσεις των τρίτων, διαφορετικά θα πληρώσει, όπως το έθεσε ο Θουκυδίδης, το τίμημα της αδυναμίας του.

Οι στρατηγικές και τακτικές επιλογές που υιοθετούνται, ασφαλώς, εξαρτώνται από τις ιδιομορφίες κάθε περίπτωσης. Γραμμική διεθνής πολιτική δεν υπάρχει και εάν κανείς κινείται γραμμικά, εξωπραγματικά, φαντασιόπληκτα, απλουστευτικά και ανορθολογικά λογικό είναι να καταλήγει στους κρημνούς και στα βράχια.

Και επειδή οι στρατηγικές αποφάσεις αφορούν μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες τάσεις το δικαστήριο των κρατών και των διπλωματών είναι η ιστορία αλλά τις συνέπειες τις υπόκεινται οι επόμενες γενιές.

Επεξηγηματικό Παράρτημα. Διπλωματία και στρατηγική των ηγεμονικών δυνάμεων

Στην σύγχρονη διεθνή πολιτική και ιδιαίτερα όσο κινούμαστε βαθύτερα στον 21ο αιώνα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να είναι η δεσπόζουσα και ισχυρότερη δύναμη του πλανήτη, βρισκόμαστε σε μετάβαση προς ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα το οποίο ωριμάζει ολοένα και περισσότερο. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι

  • πολλές μεγάλες δυνάμεις μεταξύ των οποίων ο πόλεμος είναι αδύνατος

    • ανέφικτος επειδή ποτέ μια μεγάλη δύναμη δεν κατανίκησε και κατάκτησε μια άλλη μεγάλη δύναμη

    • πυρηνικών δυνάμεων που καθιστά τον πόλεμο αμοιβαία καταστροφικός αλλά και αιτία πλανητικής καταστροφής

  • Οι εναλλαγές εξισορροπητικών συμμαχιών μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων ενώ είναι ένα γνωστό φαινόμενο της ιστορίας ενόσω προχωρούμε στον 21 αιώνα είναι καταιγιστικές και το γρασίδι της πάλης ή των συγκλίσεων των μεγάλων δυνάμεων είναι οι περιφέρειες του πλανήτη.

  • Το 21 αιώνα λόγω επεμβατικής υπερ-επέκτασης των ΗΠΑ τις πρώτες δύο δεκαετίες της Μεταψυχροπολεμικής εποχής υπάρχει μια κληρονομιά φαύλου κύκλου περιφερειακών διενέξεων πάνω στην περίμετρο της Ευρασίας, ιδιαίτερα στην ζώνη από τα Βαλκάνια μέχρι τον Καύκασο.

  • Στην Ευρώπη η κατάσταση είναι ιδιόμορφη και εξαρτημένη τόσο από την στρατηγική των ΗΠΑ όσο και από την εξέλιξη των ισορροπιών μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, δηλαδή του τετραγώνου με τους τέσσερεις πόλους: Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο, Μόσχα.

    • Μεγάλης σημασίας είναι το πώς εξελίσσεται η Γερμανία ως περιφερειακή δύναμη και το πώς προσεγγίζει την Ρωσία

    • Η ΕΕ είναι εξαρτημένη μεταβλητή των σχέσεων μεταξύ αυτών των πόλων ισχύος

Βασικό επιχείρημα είναι ότι η υπερεπέκταση των ΗΠΑ έφθασε τα όριά της και ότι η εκλογή του Προέδρου Τραμπ, πέραν άλλων κριτηρίων και παραγόντων, συνηγοριών ή επιφυλάξεων, σηματοδοτεί την αφετηρία ενός νέου στρατηγικού προσανατολισμού αναζήτησης ισορροπίας και ενός modus vivendi γύρω από ένα πλανητικό νέο status quo του οποίου η σταθεροποίηση αναπόφευκτα θα συνοδευθεί από μεγάλη αστάθεια και μεγάλες ανακατατάξεις στις περιφέρειες.

Ένα κεντρικό επιχείρημα είναι ότι επειδή ένας πυρηνικός πόλεμος είναι αδιανόητος, οι συμβατικές εξισορροπήσεις στις περιφέρειες αποτελούν την κύρια στρατηγική προσέγγιση των μεγάλων δυνάμεων στην διαπάλη για κατανομή ισχύος που τις ευνοεί.

Συνοψίζουμε τους κύριους σκοπούς:

  • Επειδή η οικονομία είναι η βάση της ισχύος συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής προσπαθούν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους όσο μεγαλύτερο μέρος μπορούν του παγκόσμιου πλούτου.

  • επιδιώκουν να εμποδίσουν αντίπαλες μεγάλες δυνάμεις να κυριαρχήσουν σε περιοχές του κόσμου που δημιουργούν πλούτο

  • επιδιώκουν να παρεμποδίσουν μια άλλη δύναμη να γίνει περιφερειακός ηγεμόνας γιατί αυτό πιθανό να οδηγήσει σε παγκόσμια επικράτησή της και να θέσει το συμφέρον επιβίωσής τους σε κίνδυνο.

  • Θα ήθελαν να αποκτήσουν πυρηνική υπεροχή γιατί μόνο αυτό τους καθιστά πλανητικούς ηγεμόνες. (Αυτό είναι κεντρικό ζήτημα μετά την εκλογή του Τραμπ και θα επανέλθω)

    • Η πυρηνική υπεροχή όμως όπως υποστηρίξαμε εντός σημειώσεων είναι ανέφικτη.

Οι κύριες τακτικές και στρατηγικές προσεγγίσεις των μεγάλων δυνάμεων όπως εξετάζονται στον John Mearsheimer είναι συντομογραφικά οι εξής:

  1. Μεταφορά βαρών: προσπάθεια ανάληψης αναχαίτισης από τρίτον όχι κατ’ ανάγκη «σύμμαχο», ενώ το ίδιο παραμένει θεατής Ενθάρρυνση, υποκίνηση, μυστικές μεθοδεύσεις κτλ.

  2. Εξισορρόπηση: Δέσμευση αναχαίτισης επιτιθέμενου αντιπάλου κατόπιν τυπικής ή άτυπης διακρατικής συμμαχίας και εμπράκτων μέτρων και δεσμεύσεων.

  3. Εκβιασμός: απειλή χρήσης βίας (μπλόφα ή μέτρα για κόστος κατά λιγότερο ισχυρών κρατών, μικρών κρατών και αδυνάμων)

  4. Πρόκληση πολέμου για κατατριβή τρίτων: Μέριμνα ούτως ώστε εμπλοκή κάποιου αντιπάλου σε πόλεμο θα οδηγήσει σε μακροχρόνια κατατριβή και αποδυνάμωση. Πρόκληση έτσι εξασθένισης και αποδυνάμωσης «εχθρών» και/ή «φίλων» με πρόκληση μακροχρόνιων συρράξεων και πολέμων

  • Στο σημείο αυτό αναφέρω παρενθετικά κατά πόσο τα περιθώρια Ρωσικού ρόλου στη Συρία αποτελούν τακτική εξώθησής της σε κατατριβή την στιγμή που τον ευρύτερο περιφερειακό έλεγχο και τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πόρων τον έχουν οι ΗΠΑ

  • Το ίδιο ισχύει για την Τουρκία αν κανείς σκεφτεί λόγω ειδικών συνθηκών ενδέχεται εναλλακτικά σενάρια μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ενδέχεται να αφορούν άλλο καθεστώς, άλλους ηγέτες και άλλα σύνορα.

  • Όταν βλέπουμε χαώδεις κρίσεις όπως στην περιοχή από την Λιβύη μέχρι το Αφγανιστάν

    1. Παρεμπόδιση άλλων μεγάλων δυνάμεων να έχουν πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους

    2. Απόκτηση ισχύος με πόλεμο.

    3. «Soft power». Διευκόλυνση διείσδυσης με αποδυνάμωση του φρονήματος άλλων κοινωνιών και της πίστης τους στην κυριαρχία του κράτους τους.

    4. Προσωρινή παραχώρηση ισχύος σε αυριανούς εχθρούς για να ρυθμιστεί η κατανομή ισχύος (πχ βοήθεια ΕΣΣΔ Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο)

    5. Κατάκτηση και προσωρινός έλεγχος πόρων

Η πυρηνική ισχύς επειδή όπως ήδη επισημάναμε μπορεί να είναι μόνο αποτρεπτική είναι ένα κρίσιμο και ευαίσθητο ζήτημα και αφορά ζωτικά την στρατηγική της ισχυρότερης δύναμης του 21 αιώνα εάν για ένα αριθμό λόγω αποφασίσει ή υποχρεωθεί από άλλες δυνάμεις να συνεχίσει την παρεμβατική πολιτική όπως την γνωρίσαμε επί ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Σε αυτή την περίπτωση ο στρατηγικός ορθολογισμός επιτάσσει επιδίωξη νέων ισορροπιών και ένα νέο πλανητικό status quo.

Μπορεί να υποβόσκει ως επιθυμία όλων των μεγάλων δυνάμεων να αποκτήσουν πυρηνική υπεροχή αλλά η δική μου εκτίμηση δεν σημαίνει πολλά.

  1. Το πυρηνικό όπλο ήταν, είναι και θα είναι όπλο αποτροπής και όχι μάχης.

    1. Ακόμη και ένα μικρό κλάσμα πυρηνικών βομβών θα προκαλέσει πυρηνικό χειμώνα που θα τερματίσει την ζωή όπως την ξέρουμε συμπεριλαμβανομένου αυτού που θα επιτεθεί πρώτος.

  2. Επειδή τα βιώσιμα κράτη λειτουργούν ορθολογιστικά πάνω στην πλάστιγγα κόστους και οφέλους δεν θα θέσουν σε κίνδυνο την επιβίωσή τους καθότι ακόμη και αν φλερτάρουν με την ιδέα μιας περιορισμένης πυρηνικής επίθεσης δεν είναι σίγουρο πως δεν θα οδηγήσει σε γενικευμένο καταστροφικό πόλεμο.

  3. Η διαλεκτική σχέση πυρηνικού πολέμου, κρατικών σκοπών, επιβίωσης και στρατηγικού ορθολογισμού οδηγεί σε δύο αποτελέσματα.

    1. Πρώτον, δεν είχαμε μέχρι τώρα κατευθείαν συμβατική σύγκρουση δύο πυρηνικών δυνάμεων καθότι υπάρχει ο φόβος ότι η συμβατική σύγκρουση θα εξελιχθεί σε πυρηνική.

    2. Δεύτερον, αυτό σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός τους γίνεται σε περιφερειακό επίπεδο και με συμβατικά όπλα.

    3. Η σημασία των συμβατικών όπλων στην πυρηνική εποχή είναι μεγάλη καθότι είναι ο μόνος τρόπος διαχείρισης της κατανομής ισχύος.

Πως τίθεται λοιπόν το ζήτημα της εκπλήρωσης των στρατηγικών σκοπών στις περιφέρειες και τι σημαίνει αυτό για το διεθνές σύστημα εάν οι ΗΠΑ ως η ισχυρότερη δύναμη επιχειρήσει να διαχειριστεί τις ανακατανομές ισχύος με σκοπό την πλανητική ισορροπία και το προαναφερθέν modus vivendi για ένα νέο status quo.

Υπό αυτό το πρίσμα, όσον αφορά τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Τραμπ με όρους στρατηγικής θεωρίας μπορούμε να πούμε ότι παρέλαβε την σκυτάλη της παρεμβατικής υπερεπέκτασης.

Δεδομένου ότι εισερχόμαστε ταχύρρυθμα σε μια ιστορική φάση πολλών μεγάλων δυνάμεων, ορθολογιστικά μιλώντας όποιος και να ήταν ο πρόεδρος, και επειδή η εκτεταμένη παρεμβατική πολιτική έχει εξαντλήσει τα όριά της, η Αμερικανική στρατηγική θα προσπαθήσει να περιορίσει με το να αναζητήσει μια τέτοια πλανητική ισορροπία δυνάμεων.

Βασισμένοι στην προαναφερθείσα διαχρονική τυπολογία του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων κύρια ζητήματα είναι τα πιο κάτω:

  • Πρώτον, καθώς οι ισχύς άλλων μεγάλων κρατών μεγαλώνει λογικό είναι αφενός να προσπαθούν να γίνουν περιφερειακές ηγεμονίες και αφετέρου να επιχειρούν να σταματήσουν άλλα μεγάλα κράτη να γίνουν περιφερειακοί ηγεμόνες.

  • Δεύτερον, σε ένα κόσμο ρευστών ανακατανομών ισχύος λογικό και ορθολογιστικό είναι ότι την κύρια ευθύνη εξισορροπήσεων που θα οδηγήσουν σε μια νέα πλανητική ισορροπία θα την έχει η ισχυρότερη δύναμη δηλαδή οι ΗΠΑ.

    • Στόχος πλέον ενός αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος δεν μπορεί να είναι μια επιθετική στρατηγική επιδίωξης κατάκτησης θέσης πλανητικού ηγεμόνα.

    • Μόνος ορθολογιστικός στρατηγικός σκοπός είναι μια σταθερότητα με ισορροπία δυνάμεων που επιπλέον θα μειώσει τον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου. Σταθερότητα βέβαια μεταξύ των ηγεμονικών δυνάμεων γιατί στις περιφέρειες όπως πάντα γινόταν ο ανταγωνισμός συνεχίζεται.

  • Τρίτο, οι περιφέρειες και πολύ περισσότερο από άλλες περιοχές η ζώνη της Περιμέτρου της Ευρασίας από την Ευρώπη μέχρι τον Καύκασο αναπόδραστα είναι τα πεδία όπου θα διεξάγονται οι εξισορροπήσεις, οι ανακατανομές ισχύος, η μεταφορά βαρών, η κατατριβή τρίτων, οι εκβιασμοί πολέμου και οι μυστικές αποστολές.

  • Τέταρτον, ήδη αναφέραμε τον πυρηνικό πόλεμο ως μείζον και κεντρικό ζήτημα σε μια στρατηγική αναζήτησης πλανητικής ισορροπίας και modus vivendi γύρω από ένα νέο πλανητικό status quo. Πιο συγκεκριμένα ενώ έχουμε πολλά πλέον ισχυρά κράτη δεν είναι τόσο ισχυρά όσο οι ΗΠΑ σε συμβατικές δυνάμεις και πλανητική στρατιωτική και άλλως πως παρουσία. Γι’ αυτό λογικά ισχύουν τα εξής:

  1. Για μια περίοδο ίσως και δεκαετιών άλλες δυνάμεις θα αισθάνονται μειονεκτικά και θα μπορούσαν να εξωθηθούν σε ανορθολογικές αποφάσεις, δηλαδή να φλερτάρουν με χρήση πυρηνικών όπλων στο πλαίσιο μιας απέλπιδας προσπάθειας να επιτύχουν μεγάλη και ανεπίστροφη ζημιά σε άλλη μεγάλη δύναμη που απειλεί τα ζωτικά τους συμφέροντα.

  2. Όσο η τεχνολογία θα προχωρεί τέτοιες αυτοκτονικές και ανορθολογικές στάσεις θα ενισχύονται.

  3. Υπογραμμίζουμε ξανά καθότι το θεωρούμε το μεγαλύτερο ζήτημα του 21 αιώνα ότι ο μεγαλύτερος φόβος των πυρηνικών δυνάμεων είναι πως μια απευθείας μεταξύ τους συμβατική κρίση θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε πυρηνική και αυτοκαταστροφή.

Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, υπογραμμίζεται, δεν υπήρξε κατευθείαν συμβατικός πόλεμος μεταξύ των υπερδυνάμεων στην Ευρώπη και δεν σκοτώθηκε ούτε ένας στρατιώτης εκτός αυτών που προσπαθούσαν να περάσουν το διαχωριστικό τείχος μεταξύ των δύο Γερμανικών κρατών.

Σε ένα πολυπολικό κόσμο οι εναλλαγές εξισορροπητικών συμμαχιών στις περιφέρειες αναμενόμενα θα βαθαίνουν τις περιφερειακές διενέξεις κάτι που σημαίνει ότι εάν και άλλες μεγάλες και πυρηνικές δυνάμεις επιχειρούν να επεκτείνουν την επιρροή τους και τα ερείσματά τους σε άλλες περιφέρειες οι εξισορροπήσεις θα είναι υψηλού ρίσκου.

Υπό ένα τέτοιο πρίσμα εάν ο πρόεδρος Τραμπ μετατοπίσει το κέντρο βάρος της στρατηγικής του από επέκταση σε αναζήτηση ισορροπίας από την μια πλευρά θα αναγκάζεται να κάνει στρατηγικές συνεννοήσεις και από την άλλη η αστάθεια στις περιφέρειες θα βαθαίνει και θα εντείνεται. Σε μια τέτοια κατάσταση οι εναλλαγές συμμάχων στο πλαίσιο εξισορροπήσεων θα είναι πυκνές και συχνότερες από ότι στο παρελθόν.

Καταληκτικά στέκομαι στην στρατηγική θεωρία και σε μερικά ζητήματα που ενέχουν βαθύτατες πρακτικές συνέπειες και διατυπώνω δύο θέσεις:

Πρώτον, στην μια πλευρά βρισκόμαστε σε μια παράδοξη κατάσταση της οποίας η περιγραφή έγινε αριστουργηματικά από τον John Mearsheimer στο προαναφερθέν έργο του Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων όπου περιγράφει τον επιθετικό ρεαλισμό ως ένα ανελέητο ανταγωνισμό για ισχύ, πλούτο και επιβίωση. Στην άλλη πλευρά η ισχυρότερη δύναμη αλλά και οι άλλες λόγω του κινδύνου πυρηνικού πολέμου ορθολογιστικά μιλώντας είναι υποχρεωμένες να οδηγηθούν στον αμυντικό ρεαλισμό του Kenneth Waltz ο οποίος υποστήριξε ότι το συμφέρον επιβίωσης επιβάλλει στις δυνάμεις να αναζητούν ισορροπία δυνάμεων και να εξισορροπούν όποιον επιχειρεί να διαταράξει το status quo. Ο κόσμος αυτός δεν θα είναι ανθόσπαρτος και κυρίως η αντιπαράθεση για τις ανακατανομές ισχύος, τις εξισορροπήσεις και την αναζήτηση ισορροπίας θα διεξάγεται στις περιφέρειες.

Δεύτερον, όσον αφορά την περιφέρειά μας ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι το επίκεντρο των εξισορροπήσεων. Πέραν των πλουτοπαραγωγικών πόρων και των γεωπολιτικών κριτηρίων υπάρχουν μερικά πράγματα που απαιτείται να συνεκτιμηθούν.

Κυρίως το γεγονός ότι οι επεμβάσεις, η κατεδάφιση κρατών και ο πολλαπλασιασμός παντελώς ανορθολογικών δρώντων όπως το ισλαμικό κράτος έκανε την περιφέρειά μας ένα Γόρδιο Δεσμό. Αναφέρω μερικές μεταβλητές.

  • Η κατεδάφιση του κράτους σημαίνει ότι καταλύθηκε ο μόνος θεσμός ο οποίος ιστορικά επιτρέπει πολιτικό πολιτισμό και πολιτικό κα στρατηγικό ορθολογισμό.

  • Εκατομμύρια πλέον δεν διαθέτουν τον φορέα πολιτικού και στρατηγικού ορθολογισμού και αναμενόμενα διακινούνται πανταχόθεν.

    • Δεν υπεισέρχομαι στις αυτονόητες ανθρώπινες κακουχίες πλην τα προβλήματα που γέννησαν οι επεμβάσεις με ή χωρίς απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ προκάλεσαν μια διάχυση ανορθολογισμό που μπερδεύει τις στρατηγικές των κρατών και στον νέο πολυπολικό κόσμο καθιστά την στρατηγική αυτοσυγκράτηση αναγκαία προϋπόθεση.

      • Ως προς τούτο είναι ένα πράγμα η εργαλειακή χρησιμοποίηση μερικών τρομοκρατών από μια μεγάλη δύναμη στο πλαίσιο των αναμετρήσεων ισχύος και άλλο αυτοί οι τρομοκράτες να είναι εκατομμύρια και διακινούμενοι αστάθμητα και απρόβλεπτα ενίοτε μεταφέροντας το πρόβλημα στα αστικά κέντρα με τρομοκρατικές επιθέσεις.

    • Από την άλλη πλευρά, στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων το δέλεαρ εργαλειακής χρήσης των ανεξέλεγκτων διεθνικών δρώντων είναι ακατανίκητο και το βλέπουμε κάθε μέρα στις ειδήσεις.

      • Δεν γνωρίζω αν άλλοι μπορούν αλλά εγώ την δεκαετία του 2010 στις εμπόλεμες ζώνες μεταξύ Ιράκ, Ιράν, Συρίας και Τουρκίας αδυνατώ να διακρίνω ποιος είναι τρομοκράτης, με ποιον συμμαχεί, πως και γιατί εναλλάσσονται φιλίες και εργαλειακή χρήση τους και που αυτό οδηγεί (αυτό γράφεται μάλλον ρητορικά καθότι όπως έχουμε συχνά εξηγήσει τα contingency plans των μεγάλων δυνάμεων διαθέτουν αλληλένδετους και συχνά αθέατους στόχους σε βραχυχρόνιο, μεσοπρόθεσμο και μακροχρόνιο επίπεδο).

    • Αυτά τα γεγονότα μπορεί κανείς να τα δει και υπό το πρίσμα των μετά-αποικιακών δομών που συχνά λόγω διαίρει και βασίλευε δεν χαρακτηρίζονταν από σταθερότητα.

      • Έτσι, οι επεμβάσεις και οι κατεδαφίσεις κρατών οδηγούν σε δραστικές ανακατανομές συνόρων και πληθυσμών που σε μια προγενέστερη εποχή θα ήταν αδιανόητες.

      • Σίγουρα οι μεγάλες δυνάμεις έχουν εναλλακτικά σενάρια για το πώς θα είναι μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα σύνορα και οι πληθυσμιακές συνθέσεις κρατών όπως η Συρία, η Λιβύη, το Ιράκ, η Τουρκία και οι Κούρδοι για τους οποίους το ζήτημα είναι πλέον όχι η ανεξαρτησία τους αλλά πόσα κουρδικά κράτη θα είναι και τι επιδιώκουν ως προς τούτο οι μεγάλες δυνάμεις.

    • Τέλος αλλά όχι το τελευταίο, αλλάζουν και τα κριτήρια και παράγοντες που προσδιορίζουν την Μεσανατολική διένεξη μεταξύ Ισραήλ και των υπολοίπων.

      • Πριν μερικές δεκαετίες ήταν το Ισραήλ versus όλοι οι άλλοι

      • Τώρα οι Άραβες για μια σειρά λόγων που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν είναι διαιρεμένοι και πολλοί άτυποι σύμμαχοι του Ισραήλ

      • Το Ισραήλ, αντίθετα με την Τουρκία υιοθετούσε μια αμυντική στρατηγική χωρίς να δίνει την εικόνα επιθυμίας να γίνει περιφερειακός ηγεμόνας κάτι που οι μεγάλες δυνάμεις θα συνεκτιμούσαν δεόντως και αρνητικά.

      • Το Ισραήλ πάντως είναι πλέον το μόνο κράτος της περιφέρειάς του το οποίο πέτυχε μια εμπεδωμένη πλέον εθνική στρατηγική βασισμένη στο συμφέρον επιβίωσης και υποστηριζόμενη από επαρκή στρατιωτική ισχύ.

      • Το Ισραήλ αναπτύσσει επίσης μια εξεζητημένη διείσδυση στην περιφέρειά του γεγονός που του επιτρέπει να εναλλάσσει εξισορροπητικές συμμαχίες και συνεννοήσεις με κράτη της περιοχής και πελατειακές σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις.

Παναγιώτης Ήφαιστος, «Πελατειακές σχέσεις» (patron-client relations) μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών στο σύγχρονο κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα και ο διάλογος Μηλίων-Αθηναίων στον Θουκυδίδη.

Περιεχόμενα: 1. Εισαγωγή. Οι «πελατειακές σχέσεις». 3. Απόσπασμα από το βιβλίο «Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία». 3. «Patron-Client Relations in the Emerging Security Environment” (στο Jerusalem Journal of International Relations Αναρτημένο στην διεύθυνση http://wp.me/p3OlPy-wB). 4. Διάλογος Αθηναίων-Μηλίων στον Θουκυδίδη.

Εισαγωγή. Οι «πελατειακές σχέσεις».

Οι «πελατειακές σχέσεις» αποτελούν το σημαντικότερο ζήτημα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής, ιδιαίτερα της στρατηγικής θεωρίας. Παρά την ασυμμετρία ισχύος μεταξύ κρατών αιωρείται ένα ερώτημα που αφορά τους πάντες: Μπορούν να είναι συμμετρικές οι σχέσεις των λιγότερο ισχυρών με τα πιο ισχυρά κράτη; Η απάντηση είναι θετική, επαρκώς αναλυμένη και άκρως ενδιαφέρουσα. Η διατύπωση για την «τυραννία του αδυνάμου» είναι μια χαρακτηριστική φράση. Βασική αρχή της στρατηγικής θεωρίας είναι ότι όλα τα κράτη λειτουργούν ορθολογιστικά, με την έννοια ότι, στην πλάστιγγα οφελών και ζημιών εναλλακτικών στάσεων, αποφάσεων και ενεργειών, επιχειρούν είτε να υπάρχει ισορροπία συμφερόντων, είτε τα οφέλη να είναι μεγαλύτερα από τις ζημιές.

Κατά βάση, η στρατηγική θεωρία, επιχειρώντας να εξετάσει το καίριο ζήτημα της σχέσης μεταξύ κρατών ασύμμετρης ισχύος εξετάζει τις προσεγγίσεις με τις οποίες λαμβάνονται βέλτιστες αποφάσεις εκατέρωθεν. Όπως είναι φυσικό, φωτίζονται περισσότερο τα λιγότερο ισχυρά κράτη επειδή σε μια ασύμμετρη σχέση αυτά, πρωτίστως, έχουν το πρόβλημα.

Ακολουθούν δύο κείμενα. Το πρώτο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία». Στο κεφ. 6.3.1 γίνεται μια σύντομη αναφορά στην θεωρία πελατειακών σχέσεων και στην συνέχεια αποκρυσταλλώνονται τα πορίσματα της ανάλυσης για το καίριο αυτό ζήτημα σε αναφορά με την Γαλλία, την Μεγάλη Βρετανία και την Γερμανία. Το δεύτερο κείμενο είναι ένα άρθρο στο «Jerusalem Journal of International Relations, vol. 14. No 2 1992 με τίτλο «Patron-Client Relations in the Emerging Security Environment”. Το άρθρο είναι επεξεργασμένη εκδοχή της εισήγησής μου σε συνέδριο.

Στην μελέτη αυτή, ο υπογράφων, μελέτησε τον βαθμό και την έκταση των περιθωρίων άσκησης ηγεμονίας των ΗΠΑ επί των συμμάχων της για να τους «επιστρατεύσει» στην εκτέλεση της στρατιωτικής επέμβασης στον Κόλπο, και αντίστροφα, τα περιθώρια ελιγμών και αποκόμισης οφελών των συμμάχων των ΗΠΑ στο πλαίσιο πελατειακών ανταλλαγών συμφερόντων. Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι στην μεταψυχροπολεμική εποχή, τα περιθώρια πελατειακών σχέσεων που ευνοούν τα συμφέροντα μικρών και καλά οργανωμένων κρατών με υψηλή ποιότητα διπλωματίας, αυξάνονται. Παρά τις περί του αντιθέτου εντυπώσεις, εντός ορίων και λαμβάνοντας υπόψη τις κατά περίπτωση αναλογίες και ιδιαιτερότητες, το σύγχρονο διεθνές σύστημα «δεν είναι παράδεισος για τα ηγεμονικά κράτη».

Τα πορίσματα αμφότερων των κειμένων ενέχουν, εκτιμάται, διαχρονική σημασία, ενώ δημοσιευμένα κάτω από τον ίδιο τίτλο δίνουν μια πληρέστερη εικόνα ενός βασικά ανεξάντλητου ζητήματος. Στο τέλος παρατίθεται ολόκληρος ο διάλογος Αθηναίων-Μηλίων. Η συζήτηση αυτή είναι ο πυρήνας της διεθνούς πολιτικής κάθε διεθνούς συστήματος στο οποίο επειδή τα κράτη είναι ανεξάρτητα επικρατεί αναρχία, δηλαδή απουσιάζει μια κυβέρνηση των κυβερνήσεων ή μια παγκόσμια κυβέρνηση. Όπως γνωρίζουμε, αυτό είναι το σύγχρονο καθεστώς των διεθνών σχέσεων όπως κωδικοποιήθηκε και επικυρώθηκε από όλα τα κράτη στον ΟΗΕ το 1945. Στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ πρυτανεύει η Υψηλή Αρχή της μη επέμβασης και της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας. Αφορά, επιπλέον τα ζητήματα της διεθνούς τάξης και μόνο όταν διεθνής ασφάλεια αυτής της τάξης και μόνο μετά από συμφωνία των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορεί να υπάρξει, υπό αίρεση και προϋποθέσεις, διεθνής επέμβαση.

Θεωρούμε ότι η ανάλυση και τα πορίσματα των δύο κειμένων που ανά-δημοσιεύονται μαζί είναι διδακτικά για κάθε κράτος όταν συναλλάσσεται με ισχυρότερα κράτη. Η εύκολη και τελικά καταστροφική στάση ενός λιγότερο ισχυρού κράτους είναι να είναι ουραγός της διπλωματίας των ισχυρότερων κρατών, να εξαρτάται από αυτά ποικιλοτρόπως και να μην ωφελείται αλλά αντίθετα να βλάπτεται από τις αδιάκοπες κυμάνσεις του εκκρεμούς της διεθνούς πολιτικής.

Ο αναγνώστης καλείται να προσέξει ιδιαίτερα την κατάληξη της υποσημείωσης 16 και να συνδέσει αυτή την παγιωμένη θεώρηση της στρατηγικής θεωρίας με την ελληνική στρατηγική μετά το 1974. Ιδιαίτερα στην μεταψυχροπολεμική εποχή όχι μόνο η Ελλάδα δεν ενέταξε μια τέτοια στάση στους στρατηγικούς της σχεδιασμούς αλλά άφησε την αποτρεπτική στρατηγική να αποδυναμωθεί με τα γνωστά αποτελέσματα στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Ακόμη πιο σημαντικό, μη λειτουργώντας ορθολογιστικά σύμφωνα με τα θέσφατα της στρατηγικής θεωρίας δεν μπόρεσε έκτοτε να καταστεί σοβαρός και αξιόπιστος συνομιλητής με τα ισχυρότερα κράτη επί ενός μεγάλου αριθμού ζητημάτων σε μια εποχή ραγδαίων εάν όχι καταιγιστικών στρατηγικών ανακατατάξεων.

Τέλος, ο αναγνώστης καλά θα κάνει να λάβει υπόψη, ότι το μεν αγγλικό κείμενο δημοσιεύτηκε το 1992 και το απόσπασμα από το βιβλίο «Διπλωματία και Στρατηγική» το 1999-2000. Το βιβλίο αυτό δεν χρειάστηκε να επανεκδοθεί μετά από 12 περίπου χιλιάδες ανατυπώσεις, καθότι δεν χρήζει να αλλάξει το παραμικρό η δε ερμηνευτική του σημασία για τα συντρέχοντα και τα επερχόμενα μας ικανοποιεί. Όμως, όσον αφορά το απόσπασμα που ακολουθεί για τις πελατειακές σχέσεις καλό είναι να ληφθούν υπόψη πολλές στάσεις και συμπεριφορές στην Ελλάδα, ιδιαίτερα όσον αφορά τον Σκοπιανό αλυτρωτισμό, τις αναθεωρητικές συμπεριφορές της Τουρκίας, το σχέδιο Ανάν, την επέκταση στα 12 μίλια των χωρικών υδάτων, το ζήτημα της ΑΟΖ και το κυπριακό, στην ύστερη φάση που συνδέεται με την ενέργεια και τις καταιγιστικές στρατηγικές ανακατατάξεις στην περιφέρειά μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία».

Κεφ. 6.3.1. Η Αμερικανική δεσπόζουσα και ηγεμονική θέση στο διεθνές σύστημα του εικοστού αιώνα, οι πελατειακές σχέσεις μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών δυνάμεων και ο διάλογος Μηλίων και Αθηναίων όπως τον κατέγραψε ο Θουκυδίδης. Η φύση της ανάλυσης του ανά χείρας βιβλίου, επιβάλλει, ενδεχομένως, πριν τα τελικά συμπεράσματα, να παρεμβληθεί η παρούσα υπό – ενότητα στην οποία θα αναφερθώ με συντομία στο ζήτημα των πελατειακών σχέσεων («patron – client relations») μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών στο σύγχρονο διεθνές σύστημα.

Όντως, η δεσπόζουσα στρατηγική θέση των ΗΠΑ στο μεταπολεμικό διεθνές

σύστημα (η οποία συνεχίζεται στη μεταψυχροπολεμική εποχή), δεν σημαίνει ότι, στην σχέση των ΗΠΑ με λιγότερο ισχυρά κράτη, τα τελευταία βρίσκονται εκ προοιμίου και νομοτελειακά στην θέση των Μηλίων, όταν, στην απαίτηση των Αθηναίων να υποταχθούν δεν είχαν άλλη επιλογή παρά μόνο μεταξύ θανάτου και υποτέλειας[2].

Η ανάλυση που προηγήθηκε οδηγεί στο αβασάνιστο συμπέρασμα πως οι ΗΠΑ είναι η δεσπόζουσα στρατηγική δύναμη της Δυτικής Συμμαχίας. Αυτή η δεσπόζουσα θέση, όμως, αφορά τις στρατηγικές και δομικές πτυχές του διεθνούς συστήματος – εν πολλοίς αόρατες με γυμνό οφθαλμό – καθώς και τον τρόπο που διαμορφώνονται οι μακρόχρονες ισορροπίες μεταξύ χωρών και ηπείρων. Ασφαλώς, δεν επηρεάζει καθοριστικά την αυτοτέλεια και εθνική κυριαρχία των ευρωπαϊκών κρατών ή τουλάχιστον εάν την επηρεάζει δεν τους δημιουργεί διλήμματα μεταξύ θανάτου ή υποτέλειας.

Η Γαλλία, η Γερμανία, η Βρετανία αλλά και τα μικρότερα ευρωπαϊκά κράτη, όπως διαπιστώσαμε, συνέχισαν, παρά την ηγεμονική θέση των ΗΠΑ, να έχουν εθνικές επιλογές, να τις αναπτύσσουν στην βάση προτεραιοτήτων που αυτοί όριζαν σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, να προσπαθούν διαρκώς να προστατέψουν ή να ενισχύσουν την εθνική τους κυριαρχία και να διαπραγματεύονται με τις ΗΠΑ και τα τρίτα κράτη στην βάση των εθνικών ή περιφερειακών συμφερόντων που αυτοί προσδιόριζαν. Ακόμη πιο σημαντικό, όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη εκπλήρωσαν ένα μεγάλο αριθμό μεγάλων εθνικών στρατηγικών επιδιώξεων χωρίς η ΗΠΑ να είναι, κατ’ ανάγκη, σύμφωνη και συνεργάσιμη[3].

Εν κατακλείδι, η μελέτη των Ευρωατλαντικών σχέσεων μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δείχνει ένα συνεχή διάλογο, εναλλασσόμενες φάσεις συγκλίσεων

και αποκλίσεων, περιπτώσεις σφοδρών αντιπαραθέσεων και συνεχών επαναπροσδιορισμό των ισορροπιών συμφερόντων μεταξύ ΗΠΑ και ευρωπαϊκής κοινότητας ή ΗΠΑ και μεμονωμένων κρατών με τρόπο που ήταν μεν ανισόρροπος αλλά προς όφελος των Ευρωπαίων.

Επομένως, είναι ένα πράγμα η δεσπόζουσα στρατηγική θέση των ΗΠΑ ή οποιασδήποτε άλλης μεγάλης δύναμης και άλλο πράγμα οι συνήθεις συναλλαγές μεταξύ κρατών για την διαμόρφωση των μυριάδων ισορροπιών, αέναο χαρακτηριστικό των διακρατικών σχέσεων και διαδικασία αμφίδρομων συνεπειών στην εξίσωση κόστους – οφέλους των εθνικών συμφερόντων σε διμερές και πολυμερές επίπεδο.

Γιατί, όμως, οι Μήλιοι βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα θάνατος ή υποτέλεια; Γιατί μια μεγαλύτερη χώρα, και μάλιστα η υπέρτατη δημοκρατία όλων των εποχών συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο[4];

Όπως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι δεν δίστασαν, όταν εκτίμησαν πως το επιτάσσει το εθνικό τους συμφέρον, και όταν η δύναμή τους το επέτρεπε, να θέσουν στους Μήλιους το δίλημμα «θάνατος ή υποταγή και υποτέλεια». Με ωμότητα και αλαζονεία, προνόμιο μόνο των πρέσβεων ηγεμονικών δυνάμεων όταν τους δοθεί δικαίωμα να συμπεριφερθούν κατ’ αυτό τον τρόπο, οι Αθηναίοι πρέσβεις εξήγησαν στους Μηλίους, ότι:

Πρώτον, στις διακρατικές σχέσεις, για να έχουν την δυνατότητα να ομιλούν περί δικαίου, έπρεπε να είχαν φροντίσει να ήταν ισχυροί.

Δεύτερον, έπρεπε να είχαν φροντίσει για αξιόπιστη εξωτερική εξισορρόπηση (συμμαχία), επειδή, όπως με ειρωνεία υπέδειξαν στους Μήλιους, οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα τους βοηθούσαν την κρίσιμη στιγμή.

Τρίτον, αφού δεν το είχαν κάνει δεν έπρεπε να αναμένουν οτιδήποτε

άλλο από υποτέλεια ή πλήρη καταστροφή. Τελικά, αυτή η καταστροφή επήλθε. Όπως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι: «σκότωσαν όσους Μηλίους ενήλικους έπιασαν, κι έκαμαν δούλους τα παιδιά και τις γυναίκες. Το νησί το αποικίσανε οι ίδιοι στέλνοντας αργότερα πεντακοσίους αποίκους»[5].

Η καταστροφική κατάληξη των Μηλίων δεν ήταν, κατ’ ανάγκη, μοιραία. Οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους. Οι Μήλιοι σφαγιάστηκαν όχι επειδή ήταν λιγότερο ισχυροί από τους Αθηναίους, αλλά επειδή:

1) Δεν έκαναν ορθή ανάλυση του διεθνούς χώρου και ιδιαίτερα της κατανομής ισχύος, καθώς και της δομής των τότε διεθνών συμφερόντων

2) Δεν υιοθέτησαν φιλοσοφία διεθνών σχέσεων που βρισκόταν σε αρμονία με τις νομοτέλειες και τα εγγενή χαρακτηριστικά στις σχέσεις μεταξύ κρατικών συνόλων.

3) Δεν ήταν ρεαλιστές αλλά αντίθετα κυριεύθηκαν από ψευδαισθήσεις και ευσεβείς πόθους.

4) Δεν έκαναν ορθή ανάλυση του διεθνούς περιβάλλοντος επειδή πίστευαν πως το δίκαιο στις διεθνείς σχέσεις είναι της ίδιας φύσης με το δίκαιο στις διαπροσωπικές ή ενδοκρατικές σχέσεις.

5) Δεν μπορούσαν να έχουν «εθνική στρατηγική» επειδή δεν λειτούργησαν στην βάση ορθολογιστικών εκτιμήσεων (κόστος – όφελος για την Μήλο, τους Αθηναίους και τους εν δυνάμει συμμάχους τους, τους Λακεδαιμονίους).

6) Δεν κατόρθωσαν να εξισορροπήσουν τους Αθηναίους, δεν κατόρθωσαν να επιβάλουν αποτρεπτικό κόστος που θα επηρέαζε την κατανομή ισχύος σε διασυμμαχικό επίπεδο και εις βάρος των Αθηναίων[6] και δεν διαπραγματεύτηκαν με τους ισχυρότερους Αθηναίους στην βάση ανταλλαγής συμφερόντων (την μόνη γλώσσα που καταλάβουν οι αντιπρόσωποι των κρατών) αλλά στην βάση μιας ουτοπικής ηθικολογίας περί διεθνούς δικαίου και διεθνούς κοινής γνώμης η οποία, αναμενόμενα, δεν συγκίνησε τους Αθηναίους.

Αντίθετα προκάλεσε την περιφρόνηση και όχι τον σεβασμό, το έλεος ή την επιείκεια του ισχυρότερου[7]. Τα κράτη τα οποία δεν μπορούν να ελίσσονται και να διαπραγματεύονται με επιτυχία πάνω στην διελκυστίνδα των πελατειακών σχέσεων

θεωρούνται από τα επιτελεία των ισχυρότερων κρατών αναλώσιμα. Στο τέλος, σέρνονται πάνω στην κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων.

Στον καταπληκτικό αυτό διάλογο, καταγράφονται σχεδόν όλα τα φιλοσοφικά και πρακτικά διλήμματα και προβλήματα των διεθνών σχέσεων και της στρατηγικής. Αποτυπώνεται, επίσης, μια απρόσωπη και πεζή κυνικότητα στην θεώρηση και εκτίμηση των διεθνών προβλημάτων, χαρακτηριστικό γνώρισμα της σκέψης ίσως όλων των ηγετών όλων των κρατών όταν σκέφτονται για τα άλλα κράτη, ή όταν διαπραγματεύονται στην βάση των εθνικών τους συμφερόντων όπως αυτοί και οι κοινωνίες τους τα αντιλαμβάνονται.

Τα λόγια κατοπτρίζουν ανυπαρξία διεθνούς ηθικής, ενώ είναι γεμάτα ηθικών απόψεων και θέσεων περί δικαίου – αδίκου, ορθού – λανθασμένου και ηθικού -ανήθικου όπως αυτά τα αντιλαμβάνονταν στις εκατέρωθεν κοινωνίες των Αθηναίων και των Μηλίων. Στην κλασική Ελλάδα, επιβεβαιώνεται η άποψη που πιο σύγχρονοι του Θουκυδίδη τονίζουν (Μακιαβέλι, Carr, Aron) πως η διεθνής ηθική κατοπτρίζει την διεθνή κοινωνική και πολιτειακή ιστορική πραγματικότητα, δηλαδή το γεγονός πως ο διεθνής χώρος είναι κατακερματισμένος σε δεκάδες κρατικά – εθνικά κανονιστικά συστήματα.

Το κάθε ένα από αυτά τα κρατικά-εθνικά συστήματα, δηλαδή, η ενδοκρατική τάξη πραγμάτων, διέπεται από την λογική των συγκλίσεων, της oμoιoγέvειας, της ευνομίας, της τάξης, της κοινώς αποδεκτής ιεραρχίας, του κοινού συμφέροντος επιβίωσης του κράτους που τους προστατεύει και που τους προσφέρει εχέγγυα ευημερίας και σταθερότητας. Διέπεται, επίσης, από την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών, η οποία, αλληλεγγύη, προκύπτει είτε ως αποτέλεσμα ακατάλυτων δεσμών μεταξύ προσώπων του ίδιου κράτους-έθνους, είτε ως ελεγχόμενη αvακατovoμή πόρων και ρόλων από την κοινή πολιτική εξουσία.[8]

Αντίθετα, το διεθνές σύστημα διέπεται από την λογική του κατατεμαχισμού, της αvoμoιoγέvειας μεταξύ των μονάδων, και της άνισης ανάπτυξης που αναπαραγάγει ή και αυξάνει την διαφορά και την αvoμoιoγέvεια. Επίσης, επηρεάζεται από την απουσία υπέρτατου ρυθμιστικού οργάνου («κυβέρνησης των κυβερνήσεων), από την εγγενή τάση των εθνικών – κρατικών συντελεστών να ανταγωνίζονται αλλήλους υπό συνθήκες διεθνούς αναρχίας (βλ. παράρτημα II του κεφαλαίου 2 [αναρτημένο στο τέλος του παρόντος]) και από την τάση των ισχυρότερων κρατών να συμπεριφέρονται ηγεμονικά[9].

Οι ηγέτες των κρατών τα οποία λειτουργούν σ’ ορθολογιστική βάση, γνωρίζουν πως το διεθνές περιβάλλον “τιμωρεί” τα κράτη τα οποία είτε απoτυγχάvoυv να προστατεύσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα, είτε επιδιώκουν δυσανάλογους στόχους σε σχέση με τα μέσα που διαθέτουν[10]. Οι Μήλιοι, εμπίπτουν στην πρώτη κατηγορία.

Θα μπορούσε επίσης να προστεθεί ότι, στην ενδοκρατική τάξη πραγμάτων διεξάγεται πλήθος «διαλόγων» αντίστοιχων με αυτό των Μηλίων με των Αθηναίων. Δηλαδή, παρατηρείται πλήθος από συγκρούσεις, διαμάχες, ανταγωνισμούς για θέματα ηθικής, ισχύος, δικαίου, υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Όμως, στο εσωτερικό κάθε βιώσιμου κράτους – έθνους, υπάρχει ομοιογενής πολιτικός χώρος που προσδιορίζει τους κανόνες με τους οποίους γίνεται αυτός ο διάλογος, τον τρόπο που ορίζονται οι κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων και των ομάδων, καθώς επίσης και τις διαδικασίας αλλαγής αυτών των κανόνων.

Η ενδοκρατική τάξη των βιώσιμων κρατικών οντοτήτων είναι δικαιακά θεσμισμένη. Η διεθνής τάξη δεν είναι και δεν μπορεί να είναι λόγω απουσίας μιας παγκόσμιας κοινωνίας και ενός παγκόσμιου κοινωνικοπολιτικού συστήματος προικισμένου με διανεμητική δικαιοσύνη. Στην ενδοκρατική τάξη, επιπλέον, είναι θεσμισμένοι οι όροι των αλλαγών κάθε είδους συμπεριλαμβανομένης της δικαιοσύνης και των κανονιστικών ρυθμίσεων που την εφαρμόζουν.

Όπως λιτά και περιεκτικά εξηγεί ο Edward H. Carr, στις διεθνείς σχέσεις «η ύστατη εγκυρότητα ενός νόμου απορρέει από την πολιτική. Στην ενδοκρατική τάξη των δημοκρατιών, ο αγώνας μεταξύ συντηρητικών και αυτών που θέλουν την αλλαγή διεξάγεται με διαφάνεια σύμφωνα με τους κανόνες ή άγραφους νόμους του κανονιστικού συστήματος. Αυτοί οι κανόνες είναι το προϊόν μιας προ – νομικής συμφωνίας (συμβολαίου). Κάθε κανονιστικό σύστημα προϋποθέτει μια αρχική πολιτική απόφαση, είτε έκδηλα διατυπωμένη είτε υπονοούμενη, είτε είναι προϊόν νόμου είτε ψήφου, είτε με διαπραγμάτευση είτε με βία. Πίσω από τον νόμο υπάρχουν αυτές οι απαραίτητες πολιτικές προϋποθέσεις»[11].

Στον διεθνή χώρο, όμως, ο κοινωνικός – και κατ’ επακόλουθο – πολιτειακός κατακερματισμός δεν αφήνει περιθώρια ανάπτυξης αυτών των προϋποθέσεων. Το κάθε έθνος κράτος προσδιορίζει το δικό του κανονιστικό σύστημα και, με τρόπο απόλυτο, το δικό του εθνικό συμφέρον. Ενώ τα εθνικά συμφέροντα, όμως, προσδιορίζονται με απόλυτο τρόπο, η διεθνής πολιτική είναι «σχετική»[12]. Δεν υπάρχει δυνατότητα παγκόσμιας πολιτικής συγκρότησης Η «ειρήνη» –η οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυμη της δικαιοσύνης– επομένως, είναι συνάρτηση είτε απουσίας συγκρουόμενων συμφερόντων είτε απόρροια εξισορρόπησης της επιθετικής και ηγεμονικής δύναμης που επιθυμεί να επιβάλει τα συμφέροντά της ή να αλλάξει το εδαφικό και κυριαρχικό status quo.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, αναμφίβολα, είναι οι εκάστοτε ηγεμονικές δυνάμεις, οι οποίες ερμηνεύουν την ηθική, τον νόμο και το δίκαιο σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια και συμφέροντα. Στην διεθνή πολιτική, όταν υποστηρίζεται ότι: «αυτό που είναι καλό για τον κόσμο είναι καλό για ην χώρα» εύκολα αντιστρέφεται από κάποιον που είναι (ή γίνεται) ισχυρός με το: «αυτό που είναι καλό για την χώρα είναι καλό για τον κόσμο». Δηλαδή, υπάρχει η τάση να ταυτισθεί το εθνικό συμφέρον του ισχυρού ως η υπέρτατη ηθική αξία που θα διέπει την οποιαδήποτε ρύθμιση (ή αλλαγή της υφιστάμενης ρύθμισης) στον διεθνή χώρο[13].

Εάν, όπως υποστήριξε ο Μακιαβέλι, κάθε ηθικός κανόνας είναι προϊόν πολιτικής, στο διεθνές σύστημα, εν τη απουσία ομογενοποιημένου παγκόσμιου κοινωνικού χώρου, η ισχύς, όταν δεν εξισορροπείται ορίζει τα κριτήρια και τους κανόνες.

Οι Μήλιοι φαίνεται ότι δεν το γνώριζαν με αποτέλεσμα να καταστραφούν. Συνολικά, οι Μήλιοι έκαναν λαθεμένη εκτίμηση του χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, σύγχυσαν την έννοια του «δικαίου» στις ενδοκρατικές – διαπροσωπικές σχέσεις με την έννοια του δικαίου στις διακρατικές σχέσεις όπου ισχύει το δίκαιο του ισχυρού, και έκαναν πλήθος λανθασμένων εκτιμήσεων για τις προθέσεις τόσο των πιθανών συμμάχων όσο και των πιθανών εχθρών.

Τέλος, φαίνεται να μην γνώριζαν ούτε τις ικανότητες του εχθρού ούτε των δικών τους και των συμμάχων τους.

Στις γραμμές που ακολουθούν και με βάση τον διάλογο Αθηναίων – Μηλίων, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε ή να σχολιάσουμε πέντε θεματικές που εφάπτονται κάθετα και οριζόντια των πελατειακών σχέσεων στις διακρατικές σχέσεις:

Την σχέση δικαίου – ισχύος, τον ρόλο των αφελών προσδοκιών, την σημασία της έλλειψης προνοητικότητας – σχεδιασμού – προετοιμασίας, την σημασία ύπαρξης αξιόπιστων συμμαχιών και την ανάγκη προληπτικής ανάληψης υπολογισμένου ρίσκου στην χάραξη και στην εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής. Προτού προχωρήσουμε, όμως, είναι ίσως χρήσιμο να καταγραφεί στοιχειωδώς η έννοια «πελατειακές σχέσεις» («Patron – Client relations»)[14].

Οι πελατειακές σχέσεις μεταξύ ενός μεγάλου – ισχυρού κράτους και ενός λιγότερο ισχυρού κράτους ή οι σχέσεις μεταξύ των μελών ενός πολυμερούς συστήματος διακρατικών σχέσεων, μπορούν να πάρουν πολλές μορφές, χρώματα και αποχρώσεις. Στο πλέγμα σχέσεων μικρών και μεγάλων κρατών ο ισχυρός συντελεστής του συστήματος επιχειρεί πάντοτε, εκτός και εάν έχει θέσει τον λιγότερο ισχυρό υπό καθεστώς πλήρους υποτέλειας ή εξάρτησης[15], να αναπτύξει τις σχέσεις σ’ ανταλλακτική βάση ή και να κατευνάσει την αδύναμη πλευρά.

Η αποστολή τελεσιγράφων είναι η εξαίρεση παρά ο κανόνας στις διακρατικές σχέσεις και συνήθως σχετίζεται με ακραίες περιπτώσεις ή σε περιστάσεις κρίσεων και πολεμικών συρράξεων. Η κλασική προσέγγιση του ισχυρού συνίσταται στην διαχείριση των διαθεσίμων μέσων (κόστος, βοήθεια, διάφορες παροχές, όφελος, απειλή χρήσης βίας, χρήση βίας, κτλ) με σκοπό να εξασφαλίσει την πιο επωφελή διευθέτηση με το λιγότερο δυνατό κόστος.

Η συνήθης υλική βάση των ανταλλαγών για διασφάλιση της πολιτικής ή στρατιωτικής σύμπραξης ή ακόμη και της ουδετερότητας του λιγότερο ισχυρού είναι «προστασία» κατά εξωτερικών απειλών[16], χρηματική βοήθεια ή άλλες μονομερείς παροχές, στρατιωτική βοήθεια, τεχνολογική βοήθεια, κτλ. Αντίστοιχα, οι συνήθεις «προσφορές» του λιγότερο ισχυρού στην βάση των οποίων γίνεται η «ανταλλαγή» συμφερόντων είναι πολιτική σύμπλευση με τον ισχυρότερο, προσφορά στρατιωτικών διευκολύνσεων ή βάσεων, συμμαχική σύμπραξη σε περιόδους κρίσεων, άδειες ελεύθερης διέλευσης πλοίων και αεροπλάνων και συμμετοχή σε στρατιωτικές ενέργειες. Επίσης, ο λιγότερο ισχυρός, θα μπορούσε να συμπλεύσει με τους στρατηγικούς στόχους του ισχυρού, εάν αυτό δεν βλάπτει τα δικά του ζωτικά συμφέροντα[17].

Ένα άλλο μέσο του λιγότερο ισχυρού, το οποίο έθιξα πιο πάνω, είναι ενέργειες οι οποίες, ενδεχομένως, θα αλλάξουν την κατανομή ισχύος σ’ ένα σύστημα εύθραυστων ισορροπιών ισχύος και συμφερόντων.

Μια τέτοια δυνατότητα, εάν χρησιμοποιηθεί με προσοχή και δεξιοτεχνία, θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό διαπραγματευτικό έρεισμα στις σχέσεις με τα ισχυρότερα κράτη. Η Γαλλία, για παράδειγμα, φρόντισε να αποκτήσει ικανότητες οι οποίες άλλαζαν τον συσχετισμό ισχύος στην Ευρώπη[18].

Έστω και εάν αυτό δεν συμφωνούσε με μερικές στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ (Συνθήκη μη διασποράς των πυρηνικών όπλων), προχώρησε στην απόκτηση αυτών των ικανοτήτων απομονώνοντας την αντιπαράθεση με την ισχυρότερη δύναμη σ’ αυτό το σημείο, και βελτιώνοντας τις σχέσεις με τις ΗΠΑ σ’ άλλα επίπεδα.

Το αποτέλεσμα δεν ήταν, τελικά, μόνο η αναγνώριση της Γαλλικής ιδιαιτερότητας και της συνεισφοράς της στην Δυτική άμυνα, αλλά επίσης και η κατάκτηση υψηλής πολιτικής και θεσμικής θέσης της Γαλλίας στο Δυτικό συνασπισμό.

Εξάλλου, στο πλαίσιο της ίδιας συλλογιστικής, δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως, ακόμη και σε περιόδους μεγάλων πολέμων, ορισμένα κράτη έχουν την πολυτέλεια να είναι είτε ουδέτεροι είτε «επιτήδειοι ουδέτεροι»[19].

Συχνά, ο ισχυρός ικανοποιείται εάν ο λιγότερο ισχυρός, απλώς κρατήσει ουδέτερη στάση. Για να μπορέσει να ισχυροποιήσει μια τέτοια θέση, πάντως, ενδέχεται προηγουμένως να χρειαστεί να σχοινοβατήσει μπλοφάροντας. Η τέχνη της μπλόφας στην στρατηγική ενός κράτους είναι δίκοπο μαχαίρι. Μεγάλη μπλόφα, ιδιαίτερα εάν δεν συνοδεύεται από πυκνές και αξιόπιστες διαπραγματεύσεις ενδέχεται να το δημιουργήσει κινδύνους ενώ μια στερεή και αξιόπιστη διαπραγμάτευση μπορεί να προσκομίσει μεγάλα οφέλη.

Τα ερείσματα ενός μικρότερου κράτους από τέτοιες στάσεις δεν πρέπει να υποτιμούνται. Για παράδειγμα, σ’ ένα σύστημα εύθραυστης περιφερειακής ισορροπίας ισχύος και συμφερόντων, ακόμη και ένα πολύ μικρό κράτος το οποίο μπορεί να επηρεάσει την περιφερειακή κατανομή ισχύος ή / και την σχετική ισχύ ενός εκάστου στο σύστημα, έχει μεγάλα διαπραγματευτικά ερείσματα, επειδή η ανατροπή της ισορροπίας προς την μια ή προς την άλλη κατεύθυνση θα μπορούσε να καταστεί μοιραία για ένα ή περισσότερους ισχυρούς.

Εάν, για παράδειγμα, η Γερμανία και η Ιταλία γνώριζαν το κόστος επίθεσης κατά της Ελλάδας κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, δεν θα είχαν, ενδεχομένως, επιτεθεί[20].

Στις καθημερινές διακρατικές συναλλαγές, βεβαίως, υπάρχουν άπειρες άλλες περιπτώσεις λεπτών εξισορροπήσεων συμφερόντων επί θεμάτων που δεν αφορούν μόνο ζητήματα πόλεμου και ειρήνης ή διακύβευσης της επιβίωσης ενός κράτους[21], αλλά επίσης ένα άλλο μεγάλο αριθμό σημαντικών ή λιγότερο σημαντικών θεμάτων.

Αυτή η πτυχή είναι ακόμη πιο κοντά στην πραγματικότητα εάν αναφερόμαστε στις σχέσεις μεταξύ μελών της ίδιας συμμαχίας, οπότε το ισχυρό κράτος βρίσκεται σε «παγίδα επενδύσεως», δηλαδή υπάρχει συμφέρον στην πλευρά του ισχυρού να μην συμβεί κάτι το οποίο είτε θα ακυρώσει την παρελθούσες στρατιωτικές και πολιτικές επενδύσεις. Στην θεωρία των πελατειακών σχέσεων αυτό ονομάζεται η «τυραννία του

αδυνάμου» («tyranny of the weak») και αναφέρεται στην πρακτική ενός μικρότερου κράτους που εκμεταλλεύεται την επένδυση σ’ αυτό του ισχυρότερου για να εκμαιεύσει πολιτικά οφέλη[22].

Οι τακτικές που υιοθετούνται, ασφαλώς, εξαρτώνται από τις ιδιομορφίες κάθε μιας περίπτωσης ξεχωριστά. Θα μπορούσαν, πάντως, να κυμανθούν από πείσμονα και τελεσίδικη άρνηση του λιγότερο ισχυρού να συμμορφωθεί στις επιταγές της ηγεμονικής δύναμης μέχρι και την αξιόπιστη και προσεκτικά διατυπωμένη απειλή[23]συμπεριφορών που θα δημιουργούσαν μεγάλο κόστος στην ισχυρότερη σύμμαχό του, έστω και αν το δικό του κόστος θα είναι πολύ μεγάλο[24].

Μετά από τις πιο πάνω σύντομες επισημάνσεις σε αναφορά με το γνωστικό κεκτημένο των πελατειακών σχέσεων, θα μπορούσαν να γίνουν μερικά συνδυαστικά σχόλια σε αναφορά με τα κλασικά θεωρητικά διλήμματα που θέτει ο Θουκυδίδης και τα συμπεράσματα όπως συνάγονται από τις περιπτωσιολογικές διερευνήσεις που προηγήθηκαν.

Όπως υποστηρίχθηκε πιο πάνω, ένα από τα σοβαρότερα λάθη των Μηλίων ήταν το γεγονός πως βρίσκονταν σε σχεδόν απόλυτη αδυναμία να αντιληφθούν την διαφορά μεταξύ διακρατικής και ενδοκρατικής τάξης πραγμάτων.

Γι’ αυτό βρίσκονταν σ’ απόλυτη αδυναμία να αντιληφθούν πως στο διεθνές σύστημα όπου υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το τι είναι ορθό και τι λαθεμένο, τι κακό και τι καλό, τι δίκαιο και τι άδικο και τι ηθικό και τι ανήθικο, χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική στάση και περισσότερη προσοχή όσον αφορά την κατανομή ισχύος και συμφερόντων. Αυτό το γεγονός, όπως προδίδουν τα ίδια τους τα λόγια, τους εμπόδισε να κάνουν ορθή ανάλυση του περιβάλλοντος και να υιοθετήσουν τακτικές και στρατηγικές επιλογές οι οποίες θα βοηθούσαν να μην βρεθούν στο τραγικό δίλημμα στο οποίο τελικά βρέθηκαν.

Οι Αθηναίοι πρέσβεις τους το υπενθύμισαν. Όπως το έθεσαν: «έχουμε την απαίτηση να επιδιώξουμε πιο πολύ να επιτύχουμε τα δυνατά απ’ όσα κι οι δυο μας αληθινά έχουμε στο νου μας, αφού ξέρετε και ξέρουμε ότι κατά την κρίση των ανθρώπων το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του, κι ότι, όταν αυτό δεν συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται»[25].

Οι Μήλιοι τίποτα άλλο δεν θα μπορούσαν να αναμένουν (ούτε ήταν προς το συμφέρον τους να περιμένουν να πληροφορηθούν αυτή την πραγματικότητα από τους Αθηναίους). Παρά ταύτα, συνέχισαν να έχουν απατηλές ελπίδες πως κάτι μπορεί να συμβεί, αν φανούν διαλλακτικοί και αν επιμένουν σε αρχές που οι Αθηναίοι[26] με επιμονή τους υπενθύμιζαν πως δεν ισχύουν.

Όπως το έθεσαν οι πρέσβεις των Μηλίων – αναμένοντας, ίσως, πως υπάρχει κάποια διεθνής κοινή γνώμη ή κάποιος διεθνής κριτής πέραν των διαφορετικών μεταξύ τους αντιλήψεων περί δικαίου στο εσωτερικό κάθε κράτους – «όπως εμείς τουλάχιστο νομίζουμε, είναι χρήσιμο (ανάγκη να μιλάμε γι’ αυτό, επειδή εσείς τέτοια βάση βάλατε στη συζήτησή μας, να αφήσουμε κατά μέρος το δίκαιο και να μιλάμε για το συμφέρον) να μην καταργήσετε εσείς αυτό το κοινό καλό, αλλά να υπάρχουν, γι’ αυτόν που κάθε φορά βρίσκεται σε κίνδυνο, τα εύλογα και τα δίκαια και να ωφελείται κάπως αν πείσει, έστω κι αν τα επιχειρήματά του δεν βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του αυστηρού δικαίου.

Κι αυτό δεν είναι σε σας λιγότερο συμφέρον από ότι σε μας, γιατί, αν νικηθείτε[27], θα μπορούσατε να γενείτε παράδειγμα στους άλλους για να σας επιβάλουν την πιο μεγάλη τιμωρία»[28].

Δηλαδή, παρά την δυσχερή θέση τους, οι Μήλιοι συνέχισαν να πιστεύουν πως «επικαλούμενοι τα ορθά και τα δίκαια» ή και απειλώντας αναξιόπιστα θα μπορούσαν να πείσουν τους Αθηναίους, ή ότι, στην αντίθετη περίπτωση κάποιοι τρίτοι θα επιβάλουν στους αντιπάλους τους κυρώσεις ή και πολύ αυστηρές τιμωρίες[29].

Οι Μήλιοι έσφαλλαν και γι’ αυτό υπέστησαν τις συνέπειες της άγνοιας τους: η αιτιώδης σχέση δικαίου / ισχύος / πολιτικού αποτελέσματος στις διεθνείς σχέσεις είναι αυτή που ανέφεραν οι Αθηναίοι και την οποία κατέγραψε ο Θουκυδίδης. Κατά συνέπεια όχι μόνον βρίσκονταν σ’ αδυναμία να συνάψουν πελατειακές σχέσεις είτε με τους Λακεδαιμονίους (για υποστήριξη) είτε με τους Αθηναίους (για να τους αποτρέψουν ή να τους κατευνάσουν) αλλά βρέθηκαν σε τραγική θέση που μόνο άγνοια αυτού του βαθμού θα μπορούσε να προκαλέσει.

Αυτή η πραγματικότητα αποτελεί νομοτέλεια από καταβολής διακρατικών σχέσεων και μάλλον θα συνεχίσει να ισχύει ενόσω ο διεθνής χώρος είναι κοινωνικά – πολιτειακά – ηθικά κατατεμαχισμένος στην βάση ετερογενών και ανομοιογενών μονάδων[30].

Είναι απόρροια του γεγονότος πως, όπως το θέτει ο Robert Gilpin, οι διεθνείς σχέσεις είναι εγγενώς και θεμελιακά άναρχες και εκ φύσεως ανταγωνιστικές.

Επιπλέον, συνεχίζει, «τα βασικά δομικά και ύστατα στοιχεία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής στον διεθνή χώρο δεν είναι στοχαστικά φιλελεύθερα άτομα ούτε οι τάξεις του Μάρξ (αν και σε μερικές περιπτώσεις οι τάξεις θα μπορούσε να είναι η βάση αλληλεγγύης μεταξύ ομάδων). … Η θεμελιακή μονάδα της πολιτικής ζωής είναι αυτό που ο Ralf Dahrenforf ονομάζει «συγκρουόμενες ομάδες» … Σ’ ένα κόσμο όπου οι πόροι είναι σπάνιο είδος και σε ανεπάρκεια και όπου υπάρχει ανταγωνισμός / σύγκρουση στην διαδικασία ανακατανομής τους, τα ανθρώπινα όντα αντιμετωπίζουν αλλήλους ως μέλη ομάδων και όχι ως άτομα»[31].

Εξάλλου, οι Μήλιοι πρέσβεις δεν θα μπορούσαν να περιμένουν από την Αθήνα ή οποιοδήποτε Αθηναίο, οσοδήποτε δημοκράτης ή καλόπιστος και εάν ήταν, να θέσει το «δίκαιο» της δικής του πολιτείας σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το δίκαιο των Μηλίων.

Όπως ορθότατα παρατηρεί ο George Kennan, «οι ηθικές αρχές έχουν την θέση τους στην ψυχή του ατόμου … Ωστόσο, όταν η συμπεριφορά του ατόμου διέρχεται μέσα από τον μηχανισμό της πολιτικής οργάνωσης και συγχωνεύεται με την συμπεριφορά χιλιάδων άλλων ατόμων … υφίσταται ένα γενικό μετασχηματισμό[32], και οι ίδιες ηθικές αξίες δεν ισχύουν πια. Η κυβέρνηση είναι εντολοδόχος και όχι εντολέας»[33]. Συναφής είναι επίσης και η βαθυστόχαστη εκτίμηση το Edward H. Carr, όταν έγραψε το 1939 πως “το [διεθνές] πολιτικό ήθος πρέπει να ερμηνεύεται με πολιτικούς όρους. Κάθε προσπάθεια [στις διεθνείς σχέσεις] να εξευρεθούν κριτήρια ήθους εκτός της πολιτικής είναι καταδικασμένη να αποτύχει”[34].

Αυτή η αδυναμία των Μηλίων να αντιληφθούν την διεθνή ηθική και τα διεθνή συμφέροντα με όρους διεθνούς πολιτικής και όχι με όρους διαπροσωπικών ή ενδοκρατικών σχέσεων, είναι ένας ακόμη λόγος που ερμηνεύει την δυσχερή τους θέση αλλά και την κατάληξή τους. Εάν οι πιο πάνω εκτιμήσεις αντανακλούν την διεθνή πραγματικότητα, μια πρώτη επισήμανση είναι ότι, για να υπάρξει δυνατότητα να αναπτύξει ένα κράτος ισόρροπες και επωφελείς σχέσεις με τα ισχυρότερα κράτη απαιτείται, πρωτίστως, ορθή ανάλυση του διεθνούς χώρου και ορθή εκτίμηση των εγγενών χαρακτηριστικών του διεθνούς συστήματος.

Εξάλλου, η ορθή ανάλυση του περιβάλλοντος και των εγγενών του χαρακτηριστικών είναι απόλυτα αναγκαία όχι μόνον στις σχέσεις με τα ισχυρότερα κράτη αλλά και σε κάθε άλλη εξωτερική συναλλαγή των αντιπροσώπων ενός κράτους. Σ’ αντίθετη περίπτωση τα οφέλη είναι απίθανα και οι ζημιές περισσότερο από σίγουρες. Σ’ αναφορά με την ανάλυση που προηγήθηκε, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε δύο παραδείγματα. Πρώτο, τις διπλωματικές στάσεις του στρατηγού Ντε Γκολ (κεφ. 3, και ιδ. 3.6), και δεύτερο, τις απόψεις μερίδας των σοσιαλδημοκρατών στην Γερμανία την περίοδο 1988-1991 (κεφ. 5.6). Υιοθετώντας την κρατούσα αντίληψη περί εθνικού συμφέροντος των κοινωνιών και των κυβερνήσεών τους[35], στην μεν πρώτη περίπτωση η Γαλλία απέβλεπε στην κατάκτηση θέσης και ρόλου, μεταξύ άλλων, με οικοδόμηση πυρηνικής ισχύος, στην δε δεύτερη περίπτωση να επανενωθεί το Γερμανικό έθνος, στόχος τον οποίο όλες οι Γερμανικές κυβερνήσεις επιδίωκαν σταθερά επί πολλές δεκαετίες. Κατά την διάρκεια των δεκαετιών 1940, 1950 και 1960, είτε λόγω σχέσεών τους με την Σοβιετική Ένωση είτε λόγω προσδοκιών για ένα διεθνιστικό και μη πυρηνικό κόσμο όπου τα κράτη δεν θα επιδιώκουν πλέον ενίσχυση της θέσης τους στο διεθνές σύστημα[36], οι εσωτερικοί αντίπαλοι της αμυντικής στρατηγικής της Γαλλίας και του στρατηγού Ντε Γκολ, βρέθηκαν σε ουσιαστική σύμπλευση με τα αμερικανικά και Σοβιετικά εθνικά συμφέροντα που επιδίωκαν μονοπώλιο πυρηνικής ισχύος και ήρθαν σε κάθετη αντιπαράθεση με την Γαλλική κυβέρνηση. Εάν εκτιμήσουμε τις πελατειακές σχέσεις Γαλλίας – Ηνωμένων Πολιτειών, καταδείχθηκε σαφώς πως όλες οι διαδοχικές Γαλλικές κυβερνήσεις φρόντισαν να μη βρεθούν στην θέση των Μηλίων. Η εξέταση της Γαλλικής εθνικής στρατηγικής από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι και την μεταψυχροπολεμική εποχή, έδειξε πως οι Γάλλοι ακολούθησαν το εξής μίγμα πολιτικών που προσάρμοζαν στον τόπο και στον χρόνο ανάλογα με την εξέλιξη των δομών του συστήματος, των στρατηγικών των ισχυρότερων κρατών και των περιφερειακών ισορροπιών: Αφού ανέλυσαν το διεθνές σύστημα[37] οριοθέτησαν τα συμφέροντα επιβίωσης και τα ζωτικά συμφέροντα καθώς και τις προσεγγίσεις εκπλήρωσή τους.

Ως προς αυτά τα συμφέροντα, όχι μόνον υπήρξε μεγάλη συναίνεση να είναι –και ήταν– ανυποχώρητοι, αλλά επιπλέον, ήταν έτοιμοι να φθάσουν μέχρι και στον πυρηνικό πόλεμο προκειμένου να τα προστατεύσουν. Με επιδέξιους χειρισμούς αλλά και ανάληψη μεγάλων κινδύνων ανέπτυξαν πρωταρχικές και δευτερογενείς προσεγγίσεις εκπλήρωσης των στρατηγικών στόχων.

Έτσι, η Γαλλία ήταν σύμμαχος των ΗΠΑ – μάλιστα πολύ πιστή[38] – αλλά ταυτόχρονα έθετε όρια στους Αμερικανούς: αντέκρουε αθέμιτες (για τα Γαλλικά συμφέροντα) απαιτήσεις[39], φρόντισε να τους εξισορροπεί όταν αυτό ήταν αναγκαίο για την (πελατειακή) διαπραγματευτική ικανότητα της Γαλλίας[40], και υιοθετούσε στάσεις ή προέβαινε σε ενέργειες με τις οποίες οι Αμερικανοί, παρά τις αρχικές αναμενόμενες αντιδράσεις τελικά προσαρμόστηκαν ή σεβάστηκαν[41].

Ουσιαστικά, η μελέτη της Γαλλικής στρατηγικής την περίοδο 1944-1999 μας οδηγεί στο κρίσιμο – και ίσως προσδιοριστικό για τον ορθολογιστική λειτουργία ενός πολιτειακού συστήματος – συμπέρασμα, ότι, οι Γάλλοι ηγέτες, ούτε προς στιγμή δεν άφησαν την εντύπωση πως το εθνικό τους συμφέρον είναι αναλώσιμο στον βωμό οποιασδήποτε σκοπιμότητας, διεθνούς ή άλλης. Η αντίδραση στην αλληλεξάρτηση, την παγκοσμιοποίηση και άλλα φαινόμενα που θέτουν σε άμυνα την κρατική κυριαρχία, προκαλούσαν όχι διάθεση παράδοσης ή εγκατάλειψης των εθνικών συμφερόντων σε απροσδιόριστες διεθνείς ή διεθνικές πολιτικές δυνάμεις αλλά ετοιμότητα και ενέργειες διαφύλαξης και ενίσχυσης της εθνικής κυριαρχίας[42].

Ταυτόχρονα, οι στρατηγικές και τακτικές επιλογές εντάσσονταν σ’ ορθολογιστικό πλαίσιο, δηλαδή δεν ήταν αυτοσκοπός αλλά το μέσο εκπλήρωσης συγκεκριμένων στόχων.

Ένα κράτος, όταν αναπτύσσει την διπλωματία του και την στρατηγική του ουδέποτε ανταγωνίζεται ασκόπως άλλους διεθνείς δρώντες.

Οι Γάλλοι, για παράδειγμα, όταν υπήρχε λόγος να ανταγωνιστούν χώρες όπως οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ, το έκαναν, έστω και με μεγάλο κόστος. Όμως προσεκτική παρατήρηση των στάσεων και συμπεριφορών της Γαλλικής πολιτικής ηγεσίας την περίοδο που εξετάσαμε, δεν αφήνει αμφιβολία ότι εντάσσονταν στο πλαίσιο εξυπηρέτησης πρωταρχικών εθνικών συμφερόντων και μάλιστα εντός αυστηρών ορίων που επέβαλλε η εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού.

Κανένα κράτος, μικρό ή μεγάλο, δεν έχει την πολυτέλεια άσκοπων ανταγωνισμών άλλων διεθνών δρώντων, ιδιαίτερα των ισχυρότερων κρατών. Στάσεις και συμπεριφορές που φάνταζαν ανταγωνιστικές ή συγκρουσιακές ήταν σκόπιμες υπολογισμένες ενέργειες που εξυπηρετούσαν είτε μακρόχρονα ζωτικά συμφέροντα είτε τακτικούς στόχους που διευκόλυναν τους χειρισμούς τους.

Πάντοτε στο πλαίσιο μιας τέτοιας λογικής φαίνεται πως – τόσο όταν ανταγωνίζονταν άλλους όσο και όταν συμμαχούσαν – οι Γάλλοι πολιτικοί ηγέτες της Τέταρτης και Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας φρόντιζαν να είναι συνεπείς και αξιόπιστοι[43].

Ο σκοπός των Γάλλων ηγετών δεν ήταν να ανταγωνιστούν τους Αμερικανούς ή άλλους διεθνείς δρώντες. Σε κάθε προσπάθεια ανάπτυξης πελατειακών σχέσεων, όταν οι άλλες πλευρές, ακόμη και οι εχθροί, γνωρίζουν ότι αγωνίζεσαι και αμύνεσαι για τα θεμιτά και ζωτικά εθνικά συμφέροντα δυνατό να διαφωνούν αλλά τουλάχιστον σέβονται τις στάσεις και συμπεριφορές σου. Τόσο στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων όσο και στο πλαίσιο μιας αποτρεπτικής στρατηγικής[44], η εμμονή στην στήριξη των πρωταρχικών συμφερόντων, ενισχύει την διαπραγματευτική θέση ενός κράτους, προκαλεί τον σεβασμό και αυξάνει την αξιοπιστία.

Οι περιπτωσιολογικές διερευνήσεις που προηγήθηκαν δείχνουν πως όχι μόνο οι πολιτικές ηγεσίες της Γαλλίας αλλά και της Βρετανίας και Γερμανίας είχαν πλήρη επίγνωση αυτού του γεγονότος, με αποτέλεσμα να ενεργούν συνειδητά προς αυτή την κατεύθυνση. Εάν αναφερθούμε στην Γερμανίας, τηρώντας πάντοτε τις αναλογίες και λαμβάνοντας υπόψη την διαφορετικότητα της περίπτωσης, τα διδάγματα είναι σχεδόν τα ίδια.

Η Γερμανία, μετά την ήττα, κατοχή και διχοτόμηση, ίσως βρισκόταν στην δυσμενέστερη θέση που θα μπορούσε να βρεθεί ένα κράτος. Έπρεπε, ταυτόχρονα, να εκπληρώσει πολλαπλές και ενίοτε αντιθετικές επιδιώξεις: αποτροπή της εξ ανατολών απειλής, επανάκτηση και εδραίωση της εθνικής κυριαρχίας, διαφύλαξη του δικαιώματος επανένωσης και ελαχιστοποίηση των ανθρωπίνων προβλημάτων λόγω διχοτόμησης.

Τα μέσα ήταν ελάχιστα και απαιτούσε ακροβασία πάνω στο τεντωμένο σχοινί

της διεθνούς διπλωματίας: ελιγμοί στα περιθώρια που δημιουργούσε η αυξανόμενη σύγκρουση Ανατολής – Δύσης[45], ανεξαρτήτως κόστους εμμονή στο δικαίωμα επανένωσης[46], ελιγμοί όπως η προσέγγιση της Γαλλίας και η αποδοχή της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και η εκμετάλλευση κάθε παράθυρου ευκαιρίας που άνοιγε για να αναπτύσσει πελατειακές σχέσεις με τα ισχυρότερα κράτη.

Εν συντομία, οι περιπτωσιολογικές διερευνήσεις έδειξαν πως ακόμη και στις χειρότερες στιγμές της χώρας αυτής μετά την ήττα και κατοχή, οι νέοι ηγέτες προσπαθούσαν να αντισταθούν στις δομικές λογικές που δημιουργούσε η νέα κατανομή ισχύος και οι οποίες, ενδεχομένως, όπως πολλοί υποστήριζαν[47], θα έπρεπε να οδηγήσουν σε διάλυση του Γερμανικού έθνους κράτους.

Παρακολουθήσαμε τις – τελικά επιτυχείς – προσπάθειες του Αντενάουερ να ελαχιστοποιήσει τις ζημιές, να διαφυλάξει το συμφέρον επιβίωσης[48] και να αποσυνδέσει (ή κατά περίπτωση συνδέσει) το Γερμανικό ζήτημα με την αντιπαράθεση Ανατολής – Δύσης[49].

Η πελατειακή διαπραγμάτευση σ’ ανταλλακτική βάση δεν σταμάτησε ποτέ, όπως και η προσπάθεια της Γερμανίας να ανακτήσει την πλήρη κυριαρχία της και να επανενώσει το διχοτομημένο Γερμανικό έθνος. Στο πλαίσιο αυτό, διατρέχοντας τις Γερμανικές διπλωματικές ενέργειες παρατηρήσαμε ότι οι διάφορες φάσεις της Οστπολιτίκ ήταν, ουσιαστικά, ένα σύνθετο πλέγμα πελατειακών ρυθμίσεων μ’ όλους τους ενδιαφερομένους, ακόμη και με τους αντιπάλους. Ο σκοπός ήταν να αποφευχθούν μεγάλα δυσμενή αποτελέσματα λόγω διακυμάνσεων μεταξύ έντασης και ύφεσης στις σχέσεις Ανατολής – Δύσης.

Η Γερμανία, αφού βρέθηκε στην δυσμενέστερη δυνατή θέση, με πείσμα, εμμονή, επιμονή και ορθολογιστικές πελατειακές σχέσεις με τα ισχυρότερα κράτη,

κατόρθωσε να μεγιστοποιήσει τα ελάχιστα ερείσματά της, να ανακτήσει αρχικά μέρος της κυριαρχίας της, να διαπραγματευτεί τα ερείσματα που διέθετε με τους συμμάχους της αλλά και τους αντιπάλους της τις δεκαετίες 1960 και 1970, και να αδράξει την ευκαιρία να επανενωθεί όταν άνοιξε το παράθυρο ευκαιρίας.

Όπως διαπιστώσαμε, το απόγειο της Γερμανικής πελατειακής διαπραγμάτευσης ήταν η περίοδος 1988-1991, όταν ο τότε Καγκελάριος δραστήρια, συστηματικά και χωρίς αμφιβολίες πως οι εθνικοί στόχοι θα εκπληρωθούν με χειρισμούς που αναπτύσσονταν σ’ ανταλλακτική βάση, επισκέφθηκε επανειλημμένα την Μόσχα για στρατηγικές και οικονομικές συνεννοήσεις[50], την Ουάσινγκτον για να διασφαλίσει αξιόπιστη εξωτερική συμμαχία και να κάνει τις αναγκαίες συνεννοήσεις για τις νέες συμμαχικές δομές και την θέση της Γερμανίας στις νέες υπό διαμόρφωση δομές.

Με κίνδυνο να αδικήσουμε μια πολύ πιο σύνθετη και πολύπλοκη διαδικασία, θα μπορούσε να αναφερθεί, επίσης, η πελατειακή διαπραγμάτευση με την Γαλλία για την σώρευση υποστήριξης των ζωτικών εθνικών επιδιώξεων.

Πάντως, όπως διαπιστώσαμε, τα δύο πιο ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της διαδικασίας εάν ιδωθούν με τους φακούς του Γερμανικού εθνικού συμφέροντος, είναι το γεγονός, πρώτο, πως υπήρχαν θέματα που δεν ήταν διαπραγματεύσιμα και ως προς τα οποία η Γερμανία δεν δίστασε να αντιπαρατεθεί ακόμη και τους συμμάχους της[51] και δεύτερο, πως δεν υπήρξε αμφιταλάντευση ως προς την μορφή και τον χαρακτήρα του συστήματος στο πλαίσιο του οποίου λάμβαναν χώρα οι διαπραγματεύσεις. Δηλαδή πως είναι άναρχο, πως ισχύει η αρχή της αυτοβοήθειας, πως η απώλεια κυριαρχίας οδηγεί όχι σε διεθνιστικές ρυθμίσεις αλλά σε όφελος κάποιων άλλων κρατών, πως πρυτανεύουν σκοπιμότητες εθνικής ισχύος, πως πρέπει να αντιμετωπιστούν υποβόσκοντα διλήμματα ασφαλείας, πως οι άλλοι ερμηνεύουν το δίκαιο και το ορθό με τους δικούς τους εθνικούς φακούς και πως την διεθνή κοινή γνώμη είτε την ωθείς προς παραστάσεις που σε συμφέρουν είτε οι αντίπαλοί σου το πράττουν για λογαριασμό τους.

Τα πιο πάνω, αναμφίβολα, ίσχυαν όσον αφορά την Καγκελάριο Κόλ, την κυβέρνησή του και ορισμένα στελέχη του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Διαπιστώσαμε, όμως, ότι αυτή η κρατούσα φιλοσοφία / θέση / άποψη / προσέγγιση θα μπορούσε να μην είχε κυριαρχήσει στο Γερμανικό πολιτικό σύστημα και η Γερμανία να μην είχε επανενωθεί.

Όπως έγινε αντιληπτό στην έκτη ενότητα του πέμπτου κεφαλαίου και στην προηγούμενη ενότητα του παρόντος κεφαλαίου, ένα μεγάλο μέρος της Γερμανικής διανόησης και αριθμός πολιτικών ηγετών, ιδιαίτερα του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, θεωρούσε την επανένωση είτε αδιανόητη είτε ανεπιθύμητη εξέλιξη. Το σκεπτικό αυτών των θέσεων, όπως διαπιστώσαμε, στηριζόταν σε ποικίλες διεθνιστικές θεωρήσεις του διεθνούς χώρου και αντέκρουε στην προαναφερθείσα θεώρηση του διεθνούς συστήματος ως άναρχου και ανταγωνιστικού.

Θεωρούσαν την Γερμανική κρατική κυριαρχία προσωρινή, και εν πολλοίς αναλώσιμη, και γι’ αυτό πρόβλεπαν επικράτηση μιας νέας ευρωπαϊκής και διεθνούς κανονιστικής τάξης πραγμάτων. Συνολικά, νεφελωδώς και αόριστα, ανέλυαν τα αυτονόητα, δηλαδή το γεγονός πως υπάρχει διεθνής αλληλεξάρτηση χωρίς όμως να προτείνουν αξιόπιστη διεθνή κανονιστική δομή που θα αντικαθιστούσε τα υπάρχοντα εθνικά-κρατικά συστήματα ή το διεθνές καθεστώς που στηρίζεται στην κρατική κυριαρχία.

Είναι ευνόητο πως αν αυτή ήταν, τελικά, η κρατούσα άποψη στην Γερμανία, ιδιαίτερα σε κυβερνητικό επίπεδο, καμία πελατειακή διαπραγμάτευση δεν θα λάμβανε χώρα. Το αποτέλεσμα θα ήταν το αναμενόμενο: Οι περισσότερες, εάν όχι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, θα συμφωνούσαν πως η Γερμανία θα πρέπει να παραμείνει διχοτομημένη εν αναμονή της προσδοκώμενης διεθνιστικής πολιτικής ολοκλήρωσης.

Αν οι πολίτες ενός κράτους θεωρούν την πολιτεία τους αναλώσιμη στον βωμό φαντασιόπληκτων ιδεολογικών δογμάτων, να μην περιμένει ότι τα άλλα κράτη θα τους λυπηθούν. Όπως ήδη υπογραμμίστηκε πιο πάνω, τάχιστα τους εξαποστέλλουν στην κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων.

Στο ίδιο πλαίσιο, όσον αφορά την Γερμανία, όλα τα άλλα κράτη θα συμφωνούσαν πως πρέπει να δοθεί μια περιοριστική νομικίστικη ερμηνεία του διεθνούς δικαίου και της ΔΑΣΕ, δηλαδή πως πρέπει μην αλλάξουν τα σύνορα και να παραμείνει ανεξάρτητη Ανατολική Γερμανία[52].

Στην θέση αυτή, εξάλλου, θα προσαρμοζόταν η Αμερικανική στρατηγική, η οποία, με προσοχή παρακολουθούσε τις στάσεις των υπολοίπων Ευρωπαίων[53]. Εάν οι ίδιοι οι Γερμανοί επιθυμούσαν μια ασθενέστερη σχετική θέση στην διεθνή κατανομή

ισχύος, οι ΗΠΑ θα ανέπτυσσαν, ενδεχομένως, πελατειακές σχέσεις με ισχυρότερους συντελεστές και θα προσάρμοζαν ανάλογα την στρατηγική και τα συμφέροντά τους εις βάρος της Γερμανίας[54].

Επομένως, ακόμη ένα – ή μάλλον, συναφές με τα προηγούμενα -συμπέρασμα, είναι ότι, στο πλαίσιο της άνισης κατανομής ισχύος, οι τοποθετήσεις των ισχυρότερων συντελεστών, η ύπαρξη πελατειακών σχέσεων και ανάπτυξη ανταλλαγών που συμφέρουν την αδύναμη πλευρά εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από την ικανότητα ορθής εκτίμησης του χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος και την έγκαιρη υιοθέτηση προσεγγίσεων που αποκλείουν την ύπαρξη τραγικών διλημμάτων μεταξύ θανάτου και υποτέλειας, όπως αυτά των Μηλίων στις σχέσεις τους με τους Αθηναίους.

Ο διάλογος στην Γερμανική πολιτική σκηνή το 1988 – 1991 όπως τον εξετάσαμε στο κεφάλαιο 5.6, δεν αφήνει καμία αμφιβολία πως η διαπραγματευτική ισχύς της Γερμανίας και η ικανότητά της να αναπτύξει πελατειακές διευθετήσεις επί πρωταρχικών συμφερόντων βρισκόταν σε πλήρη συνάρτηση με το ποιος επικράτησε στην εσωτερική ιδεολογική και φιλοσοφική διαπάλη: Οι φυγόκεντρες διεθνιστικές δυνάμεις που έβλεπαν την εθνική κυριαρχία και την επανένωση ως αγαθό που θα μπορούσε να θυσιαστεί στον βωμό μελλοντικών διεθνών ολοκληρώσεων; Ή οι πολιτικές δυνάμεις που υποστήριζαν πως το εθνικό συμφέρον προτάσσεται διεθνιστικών κριτηρίων και συμφερόντων και πως η Γερμανία πρέπει να κατακτήσει θέση και ρόλο που διασφαλίζει την επιβίωσή της και την ενίσχυση της κρατικής της κυριαρχίας.

Αυτές είναι δύο σχεδόν κάθετα διαφορετικές φιλοσοφικές θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων που οδηγούν σε διαφορετική διπλωματία και στρατηγική και που προκαλούν διαφορετικές συνέπειες. Εν συντομία, εάν επικρατούσε η πρώτη προσέγγιση, ενδεχομένως, η Γερμανική κυριαρχία θα θυσιαζόταν στον βωμό νεοφιλελεύθερων προσδοκιών της επερχόμενης νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων. Μέχρι να εκπληρωθεί αυτή η προσδοκία[55], άλλες κρατικές κυριαρχίες θα είχαν ωφεληθεί και άλλα εθνικά συμφέροντα θα είχαν εκπληρωθεί.

Ένα γενικό συμπέρασμα είναι πως η εξέταση των εθνικών στρατηγικών των τριών μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης καθ’ όλη την διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, δείχνει ότι, ακόμη και υπό συνθήκες συντριπτικής στρατηγικής υπεροχής των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Ευρωπαϊκά κράτη μπόρεσαν να αναπτύξουν ισόρροπες και επωφελείς σχέσεις με τις ΗΠΑ:

Αφ’ ενός διασφάλισαν στρατηγική αποτροπή απέναντι στις ΕΣΣΔ και αφ’ ετέρου δεν επέτρεψαν να μετατραπεί η στρατηγική ασυμμετρία σε πολιτική ασυμμετρία και σε αθέμιτη πολιτική διείσδυση που καταλύει την κυριαρχία, αυτονομία, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του λιγότερο ισχυρού.

Αυτό ισχύει όχι μόνο για τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αλλά και για τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης τα οποία ήταν μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας ή ουδέτερα.

Ουσιαστικά, το μόνο κράτος της Ευρώπης το οποίο δεν κατόρθωσε να εξουδετερώσει τις συνέπειες της στρατηγικής – πολιτικής ασυμμετρίας, με οδυνηρές τελικά συνέπειες για τα εθνικά του συμφέροντα[56], είναι η Ελλάδα.

Τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης, μικρά και μεγάλα, ανέπτυξαν πελατειακές σχέσεις που εξυπηρετούσαν τα βασικά τους εθνικά συμφέροντα (ανεξαρτησία, αυτονομία, ελευθερία, εθνική κυριαρχία, ισόρροπες ανταλλαγές).

Αυτό οφείλεται, όπως διαπιστώσαμε, στο γεγονός πως και στις χειρότερές τους στιγμές[57] δεν είχαν διαπεραστεί ή κυριαρχηθεί από εξωγενείς παράγοντες, από ιδεολογίες εξάρτησης ή αφελείς ουτοπικές – δυτικού νεοφιλελεύθερου ή μαρξιστικού τύπου – προσδοκίες για κατάργηση της εθνικής τους κυριαρχίας και ανάλωσής της στον βωμό κάποιας διεθνούς σκοπιμότητας.

Ακόμη, χρήζει να υπενθυμίσουμε ότι στο θέμα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αρχικές διεθνιστικές τάσεις εγκαταλείφθηκαν έγκαιρα, και οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν, όπως επανειλημμένα διαπιστώσαμε, τους Κοινοτικούς θεσμούς για να ενισχύσουν το κράτος έθνος, να αναπτύξουν διακρατικές συσπειρώσεις που το δυνάμωναν έναντι των τρίτων και να εγκαθιδρύσουν ισόρροπες πελατειακές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες[58].

Εντός της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εξάλλου, και στο πλαίσιο των θεωρητικών εννοιών που αναφέρθηκε πιο πάνω, η επιδίωξη εκπλήρωσης των εθνικών συμφερόντων είναι αυτονόητη και οι πελατειακές σχέσεις με διασυνδέσεις εθνικών συμφερόντων εξελίχθηκαν σε υψηλή τέχνη ενίσχυσης των κρατών εθνών και όχι εξουδετέρωσής τους ή αφομοίωσής τους.

Καταληκτικά, η έρευνά μας έδειξε πως εκτός από τις ουτοπικές αμφιταλαντεύσεις μιας μερίδας του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 γύρω από ουτοπικές νεοφιλελεύθερες ιδέες[59] περί αλληλεξάρτησης και τέλους της κρατικής κυριαρχίας, η κρατούσα πολιτική τάση στις τρεις χώρες τις πέντε τελευταίες δεκαετίες αναπτύχθηκε στην βάση ενδυνάμωσης της κρατικής κυριαρχίας, αποτροπής των εξωτερικών απειλών και ανάπτυξης εθνικής συναίνεσης γύρω από τις μεγάλες εθνικές στρατηγικές επιλογές[60].

Μόνιμη έγνοια των πολιτικών ηγετών, και αυτό έδειξε η ανάλυση της στρατηγικής των τριών Ευρωπαϊκών δυνάμεων, είναι ποτέ να μην βρεθεί η χώρα τους στην θέση των Μηλίων.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, η στρατηγική, οι επιλογές και η πολιτική φιλοσοφία διεθνών σχέσεων των Μηλίων είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Αντίθετα, οι θέσεις των πρέσβεων της Αθήνας είναι δεξαμενή άντλησης γνώσης των αέναων χαρακτηριστικών των διεθνών σχέσεων όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε, ενδεχομένως, να είναι[61].

Ένα κράτος το οποίο συναλλάσσεται με ισχυρότερα κράτη, το μάθημα διεθνών σχέσεων των πρέσβεων της Αθήνας προς του πρέσβεις της Μήλου θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποφυγή ορισμένων επιλογών και στην υιοθέτηση ορισμένων άλλων. Αδιαμφισβήτητα, τόσο ο διάλογος Αθηναίων – Μηλίων όσο και οι περιπτωσιολογικές διερευνήσεις που προηγήθηκαν οδηγούν στις εξής τρεις τελικές εκτιμήσεις:

Πρώτον, το εθνικό συμφέρον όπως ορίζεται από κάθε μια κοινωνία είναι το βασικό κριτήριο στην βάση του οποίου λειτουργεί το διεθνές σύστημα.

Δεύτερο, η ισχύς και η κατανομή της στον διεθνή χώρο είναι προσδιοριστική της κατανομής συμφερόντων. Κανένα κράτος δεν έχει την πολυτέλεια να ανίσχυρο απέναντι σε ισχύ που απειλεί τα ζωτικά του συμφέροντα.

Όπως το έθεσε ο Θουκυδίδης, αλλά και πολιτικοί όπως ο Ντε Γκωλ και ο Μιτεράν, «η ισχύς εξισορροπείται με ισχύ». Η ισχύς αυτή (βλ. για παράδειγμα το γαλλικό πυρηνικό δόγμα), θα πρέπει να είναι αρκετή για να προκαλέσει στον αντίπαλο μεγαλύτερο κόστος από το αναμενόμενο από αυτόν όφελος εάν βλάψει τα συμφέροντα του αμυνόμενου). Η εξισορροπητική ισχύς, θα μπορούσε να είναι τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική (συμμαχίες).

Τρίτο, μόνο εάν αυτές οι αρχές τηρούνται ένα κράτος επιβιώνει, ευημερεί και αντιμετωπίζει τις εξωτερικές απειλές.

Τέλος, μια άλλη διαπίστωση είναι πως από την εποχή του Θουκυδίδη μέχρι και στα πρόθυρα του 21ου αιώνα, η τάση είναι όχι προς εθελούσια παγκόσμια ενοποίηση ολοκλήρωση αλλά προς περαιτέρω διεθνή κατατεμαχισμό ή επιδίωξη των ισχυρότερων κρατών να ομογενοποιήσουν τον διεθνή χώρο καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή τους και σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Οι τάσεις δείχνουν ότι τόσο το ευρωπαϊκό όσο και το ευρύτερο διεθνές σύστημα παραμένουν κρατοκεντρικά. Η κρατική ισχύς με την ευρύτερη έννοια που την ορίσαμε πιο πάνω παραμένει το κύριο νόμισμα στην διεθνή πολιτική. Η ελευθερία, η ευημερία και η εσωτερική αυτοδιάθεση ενός κράτους συναρτάται με την ισχύ του και την ικανότητά του να την διαχειρίζεται επιδέξια στην διεθνή πολιτική.

Στο ορατό μέλλον, κανένα κράτος δεν μπορεί να παραγνωρίσει τα ζητήματα που θέτει ο διάλογος Αθηναίων – Μηλίων χωρίς να κινδυνεύσουν σοβαρά τα ζωτικά του συμφέροντα. Αυτά τα συμφέροντα δυνατό να αναφέρονται στο συμφέρον επιβίωσης ή σε μυριάδες άλλες συναλλαγές συμφερόντων, πελατειακές και μη.

«Patron-Client Relations in the Emerging Security Environment”, στο Jerusalem Journal of International Relations, vol. 14. No 2 1992. Το άρθρο βρίσκεται στην διεύθυνση http://wp.me/p3OlPy-wB Στην ανάρτηση έχει σύνδεσμο στο αρχείο PDFστο τέλος του οποίου είναι το Αγγλικό κείμενο: https://ekdoseispiotita.files.wordpress.com/2014/06/ceb1cf81ceb8cf81cebf1.pdf

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Απόσπασμα από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, Ο «Διάλογος Αθηναίων-Μηλίων»

  1. Το επόμενο καλοκαίρι ο Αλκιβιάδης έφτασε στο Άργος με είκοσι καράβια κι έπιασε όσους Αργείους θεωρούνταν ακόμη ύποπτοι και άνθρωποι των Λακεδαιμονίων, τριακόσιους άντρες, και οι Αθηναίοι τους απόθεσαν για ασφάλεια στα κοντινά νησιά, σε όσα εξουσίαζαν. Εκστρατεύσανε επίσης οι Αθηναίοι εναντίο της Μήλου με τριάντα δικά τους καράβια, έξι Χιώτικα και δυό Λεσβιακά, και με χίλιους διακόσιους οπλίτες τριακόσιους τοξότες και είκοσι ιπποτοξότες Αθηναίους, και περίπου χίλιους πεντακόσιους οπλίτες συμμάχους νησιώτες. Οι Μήλιοι είναι άποικοι των Λακεδαιμονίων και δεν ήθελαν να γίνουν υπήκοοι των Αθηναίων, όπως οι άλλοι νησιώτες στην αρχή κράτησαν ουδετερότητα κι έμεναν ήσυχοι, έπειτα, όταν οι Αθηναίοι μεταχειρίζονταν βία εναντίο τους στρατοπέδευσαν στη γή τους, έφτασαν σε ανοιχτό πόλεμο. Όταν λοιπόν τηγοί Κλεομήδης του Λυκομήδη και Τεισίας του Τεισιμάχου, και πριν τα διαπραγματεύσεις. Τους πρέσβεις αυτούς οι Μήλιοι δεν τους παρουσίασαν στη συνέλευση του λαού, αλλά τους κάλεσαν να πουν αυτά για τα οποία είχαν έρθει στους άρχοντες και τους πρόκριτους. Οι Αθηναίοι πρέσβεις είπαν στην ουσία τα εξής:

  2. «Επειδή οι προτάσεις μας δεν θα γίνουν προς τον λαό, για να μην εξαπατηθή το πλήθος ακούοντάς μας να εκθέτωμε, σε μια συνεχή αγόρευση, επιχειρήματα ελκυστικά και ανεξέλεγκτα (γιατί καταλαβαίνομε πως αυτό το νόημα έχει το ότι μας φέρατε μπροστά στους λίγους), σεις οι συγκεντρωμένοι εδώ κάμετε κάτι ακόμη πιο σίγουρο. Μην μας απαντάτε και σεις μ’ ένα συνεχή λόγο, αλλά σε κάθε σημείο που νομίζετε πως δεν μιλάμε όπως είναι το συμφέρον σας, να μας σταματάτε και να λέτε τη γνώμη σας. Και πρώτα πρώτα πήτε μας αν συμφωνήτε μ’ όσα προτείνομε».

  3. Οι αντιπρόσωποι των Μηλίων αποκρίθηκαν: «Την καλή σας ιδέα να δώσωμε μεταξύ μας με ησυχία εξηγήσεις δεν την κατακρίνομε, οι πολεμικές όμως ετοιμασίες που δεν είναι μελλοντικές , αλλά παρούσες ήδη, βρίσκονται σε φανερή αντίθεση με την πρότασή σας αυτή. Γιατί βλέπομε ότι έχετε ρθεί σεις οι ίδιοι δικαστές για όσα πρόκειται να ειπωθούν και ότι στο τέλος της συζητήσεως, σύμφωνα με κάθε πιθανότητα, θα φέρη σε μας πόλεμο, αν υπερισχύσωμε εξαιτίας του δίκιού μας και γι’ αυτό αρνηθούμε να υποχωρήσουμε, δουλεία αν πειστούμε».

  4. ΑΘ. Αν ήρθατε σ’ αυτή τη συνεδρίαση για να κάμετε εικασίες για τα μελλούμενα ή για τίποτε άλλο, κι όχι, απ’ την τωρινή κατάσταση κι απ’ όσα βλέπετε, να σκεφτήτε για τη σωτηρία της πολιτείας σας, μπορούμε να σταματήσωμε, αν όμως γι’ αυτό, μπορούμε να συνεχίσωμε.

  5. ΜΗΛ. Είναι φυσικό και συχωριέται, στη θέση που βρισκόμαστε, να πηγαίνη ο νους μας σε πολλά, κι επιχειρήματα και σκέψεις. Αναγνωρίζομε ότι η σημερινή συνάντηση γίνεται βέβαια για τη σωτηρία μας, κι η συζήτηση, αν το νομίζετε σωστό, ας γίνη με τον τρόπο που προτείνετε.

  6. ΑΘ. Κι εμείς λοιπόν δεν θα πούμε με ωραίες φράσεις μακρούς λόγους, που δεν πρόκειται να σας πείσουν, ή ότι δίκαια έχομε την ηγεμονία σας, επειδή νικήσαμε τους Πέρσες, ή ότι τώρα εκστρατεύομε εναντίο σας, επειδή αδικιόμαστε, κι από σας ζητούμε να μην νομίσετε πως θα μας πείσετε λέγοντας ή ότι, ενώ είστε άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν πήρατε μέρος στον πόλεμο στο πλευρό τους ή ότι δεν μας κάματε κανένα κακό έχομε την απαίτηση να επιδιώξωμε πιο πολύ να επιτύχωμε τα δυνατά απ’ όσα κι οι δυό μας αληθινά έχομε στο νού μας, αφού ξέρετε όταν υπάρχη ίση δύναμη για την επιβολή του, κι ότι, όταν αυτό δεν συμβαίνη, οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται.

  7. ΜΗΛ. Όπως εμείς τουλάχιστο νομίζομε, είναι χρήσιμο (ανάγκη να μιλάμε γι’ αυτό, επειδή εσείς τέτοια βάση βάλατε στη συζήτησή μας, να αφήσωμε κατά μέρος το δίκαιο και να μιλάμε για το συμφέρο) να μην καταργήσετε σεις αυτό το κοινό καλό, αλλά να υπάρχουν, γι’ αυτόν που κάθε φορά βρίσκεται σε κίνδυνο, τα εύλογα και τα δίκαια και να ωφελήται κάπως αν πείση, έστω κι αν τα επιχειρήματά του δεν βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του αυστηρού δικαίου. Κι αυτό δεν είναι σε σας λιγώτερο συμφέρον από ότι σε μας, γιατί, αν νικηθήτε, θα μπορούσατε να γενήτε παράδειγμα στους άλλους για να σας επιβάλουν την πιο μεγάλη τιμωρία.

  8. ΑΘ. Εμείς για το τέλος της ηγεμονίας μας, αν αυτή θα καταλυθή κάποτε, δεν ανησυχούμε γιατί δεν είναι επικίνδυνοι στους νικημένους όσοι, όπως οι Λακεδαιμόνιοι, ασκούν ηγεμονία πάνω σ’ άλλους (άλλωστε η αντιδικία μας δεν είναι με τους Λακεδαιμόνιους), αλλά επικίνδυνοι είναι οι υπήκοοι, αν τυχόν αυτοί ξεσηκωθούν και νικήσουν εκείνους που τους εξουσίαζαν. Όσο γι’ αυτό ας μείνη σε μας η φροντίδα να αντιμετωπίσωμε τον κίνδυνο εκείνο όμως που θέλομε τώρα να κάνωμε φανερό σε σας είναι ότι βρισκόμαστε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και ότι όσα θα πούμε τώρα σκοπό έχουν τη σωτηρία της πολιτείας σας, επειδή θέλομε και χωρίς κόπο να σας εξουσιάσωμε και για το συμφέρον και των δυό μας να σωθήτε.

  9. ΜΗΛ. Και πως μπορεί να συμβή να είναι ίδια συμφέρο σε μας να γίνωμε δούλοι, όπως σε σας να γίνετε κύριοί μας;

  10. ΑΘ. Επειδή σεις θα έχετε τη δυνατότητα να υποταχθήτε πρίν να πάθετε τις πιο μεγάλες συφορές, κι εμείς, αν δεν σας καταστρέψωμε, θα έχωμε κέρδος.

  11. ΜΗΛ. Ώστε δεν θα δεχτήτε, μένοντας εμείς ήσυχοι, να είμαστε φίλοι σας αντί εχθροί, σύμμαχοι όμως κανενός απ’ τους δυό σας;

  12. ΑΘ. Όχι, γιατί δεν μας βλάφτει τόσο η έχθρα σας όσο η φιλία σας η φιλία σας, στα μάτια των υπηκόων μας, θα ήταν απόδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας.

  13. ΜΗΛ. Έτσι σκέφτονται οι υπήκοοί σας για το σωστό, ώστε να βάζουν στην ίδια μοίρα εκείνους που δεν έχουν καμμιά φυλετική σχέση μαζί σας κι εκείνους που οι

περισσότεροί τους είναι άποικοί σας, μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς αποστάτησαν κι υποτάχτηκαν;

  1. ΑΘ. Ναι, γιατί νομίζουν ότι λόγια που να στηρίζωνται στο δίκαιο δεν λείπουν από κανένα, πιστεύουν όμως πως όσοι διατηρούν την ελευθερία τους το χρωστούν στη δύναμή τους κι ότι εμείς δεν εκστρατεύομε εναντίο τους από φόβο ώστε το να σας υποτάξωμε εκτός που θα αυξαίνει τους υπηκόους μας θα μας πρόσφερνε και ασφάλεια, και μάλιστα αν σεις, νησιώτες και πιο αδύναμοι από άλλους, δεν υπερισχύσετε απέναντι μας που είμαστε κυρίαρχοι στη θάλασσα.

  2. ΜΗΛ. Και δεν νομίζετε ότι υπάρχει ασφάλεια στην πρότασή μας εκείνη; Γιατί κι εδώ πάλι είναι ανάγκη, όπως εσείς μας υποχρεώσατε ν’ αφήσωμε τους δίκαιους λόγους και ζητάτε να μας πείσετε να υποχωρήσωμε μπροστά στο δικό σας συμφέρον, έτσι κι εμείς να σας εξηγήσωμε το δικό μας συμφέρον, αν αυτό τυχαίνη να είναι μαζί και δικό σας, και να προσπαθήσωμε να σας πείσωμε. Γιατί πως είναι δυνατό να μην κάμετε εχθρούς σας όσους τώρα είναι ουδέτεροι, όταν αυτοί, βλέποντας τα όσα έγιναν εδώ, πιστέψουν πως κάποτε σεις θα επιτεθήτε αυτούς που είναι τώρα εχθροί σας, κι εκείνους που ποτέ δεν σκέφθηκαν να γίνουν, παρά τη θέλησή τους; Να στρέψετε εναντίο σας;

  3. ΑΘ. Καθόλου, γιατί δεν νομίζουμε ότι είναι πιο επικίνδυνοι για μας που, κατοικώντας κάπου στην στεριά, εξαιτίας της ελευθερίας τους, θ’ αργήσουν πολύ να πάρουν προφυλακτικά μέτρα εναντίο μας, αλλά οι νησιώτες, όσοι, όπως σεις, βρίσκονται κάπου ανεξάρτητοι, κι όσοι είναι κιόλας ερεθισμένοι από τις αναγκαίες πιέσεις της ηγεμονίας μας. Αυτοί λοιπόν, με το να στηριχτούν πολύ στην απερισκεψία, μπορούν να φέρουν, και τον εαυτό τους κι εμάς, σε φανερούς κινδύνους.

  4. ΜΗΛ. Αν σεις για να μην χάσετε την ηγεμονία σας, κι οι υπήκοοί σας για να απαλλαγούν απ’ αυτήν, αψηφάτε τόσους κινδύνους, φανερό πως εμείς, που είμαστε ακόμη ελεύθεροι, θα δείχναμε μεγάλη ευτέλεια και δειλία αν δεν κάναμε το παν προτού γίνωμε δούλοι.

  5. ΑΘ. Όχι, αν αποφασίσετε συνετά γιατί δεν αγωνίζεστε με ίσους όρους για να δείξετε την ανδρεία σας, δηλαδή να μην ντροπιαστήτε πιο πολύ πρόκειται να αποφασίσετε για τη σωτηρία σας, για το να μην αντιστέκεστε στους πολύ πιοδυνατούς σας.

  6. ΜΗΛ. Ξέρομε όμως πως καμμιά φορά οι τύχες του πολέμου κρίνονται πιο δίκαια, κι όχι ανάλογα με την διαφορά σε πλήθος ανάμεσα στους δυό αντίπαλους και σε μας η άμεση υποχώρηση δεν δίνει καμμιάν ελπίδα, ενώ με το ν’ αγωνιστούμε υπάρχει ακόμη ελπίδα να μείνωμε όρθιοι.

  7. ΑΘ. Η ελπίδα, παρηγοριά την ώρα του κινδύνου, όσους την έχουν από περίσσια δύναμη κι αν τους βλάψη δεν τους καταστρέφει όσοι όμως, στηριγμένοι

πάνω της, τα παίζουν όλα για όλα (γιατί απ’ τη φύση της είναι σπάταλη), μονάχα όταν αποτύχουν την γνωρίζουν, όταν πιά, για κείνον που έκαμε τη γνωριμία της, δεν έχη απομείνει τίποτε για να το προφυλάξη απ’ αυτήν. Αυτό σεις, αδύναμοι και που η τύχη σας κρίνεται από μια μονάχα κλίση της ζυγαρίας, μην θελήστε να το πάθετε ούτε να μοιάσετε τους πολλούς που, ενώ μπορούν ακόμη να σωθούν με ανθρώπινα μέσα, όταν τους βρούν οι συφορές και τους εγκαταλείψουν οι βέβαιες ελπίδες, καταφεύγουν στις αβέβαιες, τη μαντική και τους χρησμούς και όσα άλλα τέτοια, με τις ελπίδες που δίνουν, φέρνουν στην καταστροφή.

  1. ΜΗΛ. Κι εμείς, το ξέρετε καλά, θεωρούμε πως είναι δύσκολο να αγωνιστούμε εναντίον της δύναμής σας, μαζί κι εναντίον της τύχης, αν αυτή δεν σταθή αμερόληπτη όσο για την τύχη όμως πιστεύομε, ότι δεν θα αξιωθούμε απ’ τους θεούς χειρότερης, γιατί θεοφοβούμενοι εμείς αντιμετωπίζομε άδικους όσο για την δύναμη που δεν έχομε, τις ελλείψεις μας θα τις συμπληρώση η συμμαχία των Λακεδαιμονίων, που είναι αναγκασμένη να μας βοηθήση, αν όχι γι’ άλλο λόγο, τουλάχιστο από φυλετική συγγέννεια κι από ντροπή. Δεν έχομε λοιπόν καθόλου παράλογα τόσο θάρρος.

  2. ΑΘ. Αλλά κι εμείς νομίζομε πως δεν θα μας λείψη η εύνοια των θεών γιατί δεν ζητούμε και δεν κάνομε τίποτε που να βρίσκεται έξω από ό,τι πιστεύουν οι άνθρωποι για τους θεούς ή θέλουν στις αναμεταξύ τους σχέσεις. Έχομε τη γνώμη για τους θεούς και την βεβαιότητα για τους ανθρώπους, ότι, αναγκασμένοι από έναν φυσικό νόμο, επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους όπου είναι πιο δυνατοί. Τον νόμο αυτό ούτε εμείς τον θεσπίσαμε ούτε θεσπισμένο πρώτοι εμείς τον εφαρμόσαμε, αλλά τον βρήκαμε να υπάρχη και θα τον αφήσωμε να υπάρχη παντοτινά, και τον εφαρμόζομε ξέροντας ότι και σεις και άλλοι, αν αποκτούσατε την ίδια δύναμη με μας, θα κάνατε τα ίδια. Όσο λοιπόν για την εύνοια των θεών, έχομε κάθε λόγο να μην φοβόμαστε ότι θα βρεθούμε σε μειονεκτική θέση. Όσο για την ιδέα σας για τους Λακεδαιμονίους, στην οποία στηρίζετε την πεποίθηση ότι από ντροπή θα σας βοηθήσουν, ενώ μακαρίζομε την αθωότητά σας δεν ζηλεύομε την αφροσύνη σας. Πραγματικά οι Λακεδαιμόνιοι στις μεταξύ τους σχέσεις και στις συνήθειες του τόπου τους δείχνονται πολύ ενάρετοι για τη συμπεριφορά τους όμως απέναντι στους άλλους, μόλο που θα ’χε κανείς πολλά να πη για το πως φέρνονται, θα μπορούσε πολύ καλά να τα συνοψίση αν έλεγε ότι, απ’ όλους τους ανθρώπους που ξέρομε, αυτοί δείχνουν ολοφάνερα ότι θεωρούν τα ευχάριστα έντιμα και τα συμφέροντα δίκαια. Κι αλήθεια η τέτοια νοοτροπία τους δεν είναι καθόλου ευνοική προς τις τωρινές παράλογες ελπίδες σας για σωτηρία.

  3. ΜΗΛ. Αλλά εμείς γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έχομε αυτή τη στιγμή πιο πολύ την πεποίθηση ότι οι Λακεδαιμόνιοι, για το συμφέρον το δικό τους, δεν θα θελήσουν να προδώσουν τους Μηλίους, που είναι άποικοί τους, και να φτάσουν να γίνουν αναξιόπιστοι στους φίλους τους Έλληνες κι ωφέλιμοι στους εχθρούς τους.

  4. ΑΘ. Και δεν νομίζετε ότι το συμφέρον βρίσκεται στην ασφάλεια, ενώ το δίκαιο

και το έντιμο κατορθώνονται με κινδύνους, τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι, τις περισσότερες φορές, ελάχιστα αποτολμούν;

  1. ΜΗΛ. Αλλά νομίζομε ότι και τους κινδύνους για χάρη μας θα αναλάβουν αυτοί πιο πρόθυμα, κι ότι θα θεωρήσουν πως είναι πιο σίγουροι αν για μας κι όχι γι άλλους τους αναλάβαιναν, τόσο γιατί για τις πολεμικές επιχειρήσεις βρισκόμαστε κοντά στην Πελοπόννησο όσο και γιατί στα φρονήματα, εξαιτίας της φυλετικής συγγένειας, είμαστε πιο αξιόπιστοι από άλλους.

  2. ΑΘ. Εγγύηση γι’ αυτούς που συμπολεμήσουν δεν είναι η φιλική διάθεση αυτών που τους καλούν, αλλά αν υπερέχουν σε πραγματική δύναμη κι αυτό το λογαριάζουν οι Λακεδαιμόνιοι περισσότερο από κάθε άλλον (από έλλειψη άλλωστε εμπιστοσύνης στη δική τους ετοιμασία, μονάχα με πολλούς συμμάχους εκστρατεύουν εναντίον των γειτόνων τους), ώστε δεν φαίνεται πιθανό ότι αυτοί, μ’ εμάς θαλασσοκράτορες, θα στείλουν στρατό σ’ ένα νησί.

  3. ΜΗΛ. Αλλά θα μπορούσαν να στείλουν κι άλλους κι ακόμη το Κρητικό πέλαγος είναι πλατύ και μες σ’ αυτό είναι πιο δύσκολο οι θαλασσοκράτορες να συλλάβουν παρά αυτοί που θέλουν να ξεφύγουν να σωθούν. Κι αν όμως αποτύχαιναν σ’ αυτό, θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον της γής σας κι εναντίον των υπολοίπων συμμάχων σας, σ’ όσους δεν έφτασε ο Βρασίδας και τότε θα ’χετε να αγωνιστήτε όχι για μια χώρα που δεν σας ανήκε ποτέ, αλλά για πράγματα πιο δικά σας, τη συμμαχία σας τη γή σας.

  4. ΑΘ. Ξέρετε από την πείρα σας πως απ’ αυτά κάτι μπορεί να συμβή, αλλά δεν αγνοείτε επίσης ότι οι Αθηναίοι ποτέ ως σήμερα δεν αποτραβήχτηκαν από καμμιά πολιορκία, επειδή φοβήθηκαν άλλους. Παρατηρούμε όμως πως, ενώ είπατε ότι θα σκεφτήτε για σωτηρία σας, στην τόσο πλατιά συζήτηση δεν έχετε πεί τίποτε στο οποίο βασισμένοι λογικοί άνθρωποι θα πίστευαν ότι μπορούν να σωθούν, αλλά τα πιο δυνατά σας στηρίγματα είναι μελλοντικές ελπίδες, ενώ γα μέσα που έχετε είναι πολύ μικρά για να υπερισχύσετε, αν συγκριθούν μ’ εκείνα που αυτή τη στιγμή βρίσκονται παραταγμένα εναντίον σας. Και δείχνετε μεγάλη απερισκεψία αν, αφού ζητήστε να αποσυρθούμε, δεν αποφασίστε, όσο ακόμη είναι καιρός, κάτι άλλο πιο φρόνιμο απ’ αυτά. Να μην πάη ο νους σας στην ντροπή που τόσο συχνά καταστρέφει τους ανθρώπους, όταν αντιμετωπίζουν κινδύνους φανερούς και ταπεινωτικούς. Γιατί πολλούς, ενώ ακόμη σε θέση να ιδούν καθαρά σε ποιους κινδύνους οδηγούνταν, τους παράσυρε η δύναμη μιας ελκυστικής λέξης, της λεγόμενης ντροπής, και, νικημένοι απ’ τη λέξη, στην πράξη έπεσαν θεληματικά σε αγιάτρευτες συφορές κι ακόμη απόχτησαν ντροπή πιο ταπεινωτική, αφού αυτή ήταν αποτέλεσμα ανοησίας παρά τύχης. Αυτό σεις, αν σκεφτήτε φρόνιμα, θα το αποφύγετε και δεν θα νομίστε άπρεπο να υποχωρήσετε στην πολιτεία την πιο δυνατή που σας προτείνει όρους λογικούς, να γίνετε δηλαδή σύμμαχοί της πληρώνοντας φόρο, διατηρώντας τη χώρα σας, και, ενώ σας δίνεται η εκλογή ανάμεσα στον πόλεμο και στην ασφάλεια, εσείς να μην διαλέξτε τα χειρότερα επιζητώντας να φανήτε ανώτεροι γιατί όσοι στους ίσους δεν υποχωρούν, στους δυνατώτερους φέρνονται φρόνιμα και στους κατώτερους δείχνονται μετριοπαθείς, αυτοί πιο πολύ προκόβουν. Σκεφτήτε λοιπόν, όταν εμείς αποσυρθούμε, και συλλογιστήτε πολλές φορές ότι αποφασίζετε για την πατρίδα, για τη μια και μόνη πατρίδα σας, κι ότι απ’ τη μιάν αυτήν απόφασή σας θα εξαρτηθή να ευτυχήση τούτη ή να δυστυχήση.

  5. Οι Αθηναίοι αποχώρησαν από τη συζήτηση και οι Μήλιοι, όταν μείνανε μόνοι τους, επειδή αποφάσισαν παραπλήσια με’ εκείνα πού έλεγαν πρωτύτερα, αποκρίθηκαν τα εξής: «Ούτε γνώμη διαφορετική από την προηγούμενη έχομε, Αθηναίοι, ούτε μέσα σε λίγες στιγμές θα στερήσωμε μια πόλη, που υπάρχει εδώ κι εφτακόσια χρόνια, από την ελευθερία της, αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στην τύχη, που χάρη στην εύνοια των θεών την προστατεύει ως τώρα, και στη βοήθεια των ανθρώπων κι ιδιαίτερα των Λακεδαιμονίων, θα προσπαθήσωμε να τη σώσωμε. Σας προτείνομε όμως να είμαστε φίλοι σας, εχθροί με κανένα απ’ τους δυό σας, και να φύγετε απ’ τη γή μας, αφού κάνωμε συνθήκη πού θα την κρίνωμε ωφέλιμη και στους δυό μας».

  6. Οι Μήλιοι λοιπόν τόσα μονάχα αποκρίθηκαν κι οι Αθηναίοι αποχωρώντας πιά οριστικά από τις διαπραγματεύσεις είπαν: «Πραγματικά, όπως νομίζομε ύστερα από την απόφασή σας αυτή, είστε οι μόνοι που κρίνετε τα μελλοντικά πιο καθαρά απ’ αυτά που βλέπετε μπροστά στα μάτια σας, και τ’ άγνωστα, επειδή τα θέλετε, τα θωρείτε σαν να γίνωνται στην πραγματικότητα τα χετε παίξει όλα και στηριγμένοι ολότελα στους Λακεδαιμονίους, την τύχη και τις ελπίδες θα τα χάσετε όλα».

  7. Οι Αθηναίοι πρέσβεις γύρισαν στο στρατόπεδο κι οι στρατηγοί, αφού οι Μήλιοι δεν υποχωρούσαν σε τίποτε, άρχισαν αμέσως τις εχθροπραξίες, κι αφού μοίρασαν τη δουλειά στα στρατιωτικά τμήματα της κάθε πόλης εζώσαν κυκλικά με τείχος τους Μηλίους. Ύστερα οι Αθηναίοι άφησαν φρουρά από δικούς τους στρατιώτες και συμμάχους, στη στεριά και στη θάλασσα, κι έφυγαν με το μεγαλύτερο μέρος τους στρατού. Οι υπόλοιποι έμειναν και πολιορκούσαν τον τόπο.

116………………..Την ίδια εποχή οι Μήλιοι πάλι σ’ άλλο σημείο κυρίεψαν ένα μέρος απ’ το τείχος των Αθηναίων που τους έζωνε, όπου οι φρουροί δεν ήταν πολλοί. Ύστερα απ’ τα γεγονός αυτό ήρθε κι άλλος στρατός απ’ την Αθήνα, με αρχηγό τον Φιλοκράτη του Δημέα κι οι Μήλιοι, επειδή πολιορκούνταν πιά πολύ στενά, έγινε μάλιστα και κάποια προδοσία από ανάμεσά τους, συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους με τον όρο να αποφασίσουν εκείνοι για την τύχη τους. Κι αυτοί σκότωσαν όσους Μηλίους ενήλικους έπιασαν, κι έκαμαν δούλους τα παιδιά και τις γυναίκες. Το νησί το αποικίσανε οι ίδιοι στέλνοντας αργότερα πεντακόσιους αποίκους.

Υποσημείωση: Το πιο πάνω κείμενο παρατίθεται αυτούσιο ως παράρτημα στο κεφάλαιο 2 του βιβλίου μου Διπλωματία και στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων (Εκδόσεις Ποιότητα).

Διατηρείται η ορθογραφία της μετάφρασης. Η Παραδειγματική/Υποδειγματική θέση του Θουκυδίδη στην μελέτη της διεθνούς πολιτικής αναλύεται σε πολλά άλλα βιβλία του υπογράφοντος, ιδ. στο «Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό» (Εκδόσεις Ποιότητα).

[1] 15.3.2019. Ημερίδα στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς με αφορμή τα 20 χρόνια ίδρυσης του Τμήματος ΔΕΣ.

[2] «Εκλεκτά Μέρη Από τον Θουκυδίδη», Μετάφραση και Σχόλια του Α. Γεωργοπαπαδάκου (Εκδόσεις Μάλλιαρης – Παιδεία) Στην συνέχεια θα παρατίθεται ως «Θουκυδίδης». Βλ. τον πλήρη διάλογο όπως καταγράφηκε από τον Θουκυδίδη στα παραρτήματα του δευτέρου κεφαλαίου.

[3] Για παράδειγμα, το πυρηνικό αποτρεπτικό της Γαλλίας, ο τρόπος που τελικά διαμορφώθηκε η πυρηνική σχέση ΗΠΑ – Βρετανίας, η Γερμανική στάση ως προς το ζήτημα της διεθνούς ύφεσης και τις σχέσεις της με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

[4] Αυτή η επισήμανση μας παραπέμπει στον διάλογο για τον ρόλο της δημοκρατίας στην επίτευξη ειρηνικών και σταθερών διακρατικών σχέσεων. Όπως ήδη αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο, ο διάλογος αυτός είναι περιττός εάν προηγουμένως δεν απαντηθούν μερικά βασικά ερωτήματα: Υπήρξε ή υπάρχει πιο αναπτυγμένο και εξελιγμένο δημοκρατικό καθεστώς από το Αθηναϊκή δημοκρατία της κλασικής Ελλάδας; Εάν δοθεί η ευκαιρία σε μια σύγχρονη δημοκρατία να ασκήσει πλήρη ηγεμονία επί ενός άλλου κράτους ποια η εγγύηση ότι θα ενεργήσει διαφορετικά απ’

ότι οι Αθηναίοι απέναντι στους Μηλίους; Γιατί οι ΗΠΑ, ίσως η μοναδική πραγματική δημοκρατία τον 18ον αιώνα, εξόντωσαν ή εκδίωξαν τους αυτόχθονες κατοίκους και προχώρησαν στην μεγαλύτερη εδαφική επέκταση όλων των εποχών εις βάρος των γειτόνων τους; Γιατί οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, όλα δημοκρατικά κράτη, τον 20ον αιώνα, έκαναν επιθετικούς πολέμους και πολλά εγκλήματα πολέμου στο Βιετνάμ, την Νότιο Αφρική, την Αλγερία και αλλού; Για εκτενή πρωτογενή εξέταση της Αμερικανικής περίπτωσης τον 18ον και 19ον αιώνα, βλ. Ήφαιστος Π. Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, Από την Ιδεαλιστική Αθωότητα στο Πεπρωμένο του Έθνους (Εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1994). [Εξαντλημένο και υπό επανέκδοση ως Αμερικανική Διπλωματία και Στρατηγική (Εκδόσεις Ποιότητα)]

[5] Θουκυδίδης, V/116.

[6] Όπως η θεωρία της στρατηγικής διδάσκει, σε μια ανταγωνιστική σχέση, η αποτροπή των ζημιών δεν χρειάζεται ισχύ ανάλογη του ισχυρότερου αντιπάλου. Η αποτροπή είναι βεβαία εάν ο λιγότερο ισχυρός κατορθώσει είτε να δημιουργήσει στο άλλο κράτος κόστος μεγαλύτερο των πιθανών οφελών, εάν το τελευταίο επιχειρήσει να βλάψει τα συμφέροντά του, είτε να δημιουργήσει αξιόπιστες προϋποθέσεις ανακατανομών ισχύος και συμφερόντων με τρόπο που θα ανατραπούν οι ισορροπίες εις βάρος του ισχυρού κράτους.

[7] Αθηναίοι προς Μηλίους πρέσβεις: «ενώ μακαρίζουμε την αθωότητά σας δεν ζηλεύουμε την αφροσύνη σας». Θουκυδίδης V/105. Στην συνέχεια, δεν δίστασαν να τους θυσιάσουν στο βωμό των συμφερόντων τους χωρίς οίκτο, έλεος ή επιείκεια.

[8] Αυτές οι παρατηρήσεις δεν υπovooύv ότι δεν υπάρχουν κράτη με διαφορετικά επίπεδα εσωτερικής συγκρότησης και οργάνωσης. Απλώς, αναφέρονται τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά ενός κράτους που κατορθώνει να επιβιώνει ως ανεξάρτητη και κυρίαρχη οντότητα του διεθνούς συστήματος

[9] Για το θέμα του ηγεμονισμού στο εσωτερικών των κρατών – εθνών και την διάκριση μεταξύ ενδοκρατικού ηγεμονισμού και διεθνούς ηγεμονισμού με το πρίσμα των απόψεων των Γκράμσι και Πουλαντζά, βλ. την υποσημείωση 2 του δευτέρου κεφαλαίου, πιο πάνω.

[10] Για τo θέμα αυτό, βλ. Kenneth Waltz, «Reflections on theory of international relations: response to my critics», στο Keohane R. (ed.), Neorealists and its critics (Columbia unv. Press, NY, 1986), σελ. 331.

[11] Edward H. Carr, The Twenty Year Crisis, οπ, σελ. 231

[12] Huntzinger Jacques, Introduction aux Relations Internationales (Seuil, Paris, 1977), σελ. 84 & 85

[13] Βλ. Edward H. Carr, The Twenty Year Crisis, οπ, σελ. 96,100,101.

[14] Για ανάλυση του υποφαινόμενου σε θεωρητικό πλαίσιο ως προς αυτό το φαινόμενο, από την οποία και αντλεί οι γραμμές που ακολουθούν, βλ. Ifestos Panayiotis, «Patron – Client Relations in the Emerging Security Environment», στο Jerusalem Journal of International Relations», vol. 14, no 2, 1992. Για εισαγωγική ανάλυση βλ. Handel M., Weak States in the International System (Frank Cass, London 1981). Στην μελέτη αυτή, ο υπογράφων, μελέτησε τον βαθμό και την έκταση των περιθωρίων άσκησης ηγεμονίας των ΗΠΑ επί των συμμάχων της για να τους «επιστρατεύσει» στην εκτέλεση της στρατιωτικής επέμβασης στον Κόλπο, και αντίστροφα, τα περιθώρια ελιγμών και αποκόμισης οφελών των συμμάχων των ΗΠΑ στο πλαίσιο πελατειακών ανταλλαγών συμφερόντων. Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι στην μεταψυχροπολεμική εποχή, τα περιθώρια πελατειακών σχέσεων που ευνοούν τα συμφέροντα μικρών και καλά οργανωμένων κρατών με υψηλή ποιότητα διπλωματίας, αυξάνονται. Παρά τις περί του αντιθέτου εντυπώσεις, εντός ορίων και λαμβάνοντας υπόψη τις κατά περίπτωση αναλογίες και ιδιαιτερότητες, το σύγχρονο διεθνές σύστημα «δεν είναι παράδεισος για τα ηγεμονικά κράτη».

[15] Είναι ευνόητο ότι πελατειακές σχέσεις είναι εφικτές μόνο μεταξύ κρατών τα οποία, έστω και στοιχειωδώς, είναι αυτόνομες και ανεξάρτητες πολιτικές και κοινωνικές οντότητες. Εάν το κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό σύστημα ενός μικρού κράτους έχει διαπεραστεί και ελεγχθεί από τον ισχυρότερο τότε ο τελευταίος δεν θα κάνει οποιαδήποτε ανταλλαγή, αλλά απλώς θα πάρει αυτό που του επιτρέπει η δύναμή του και η δεσπόζουσα θέση του. Όμως, σπάνια κράτη βρίσκονται σε τέτοια θέση. Γνωστές περιπτώσεις τέτοιων «διμερών» σχέσεων είναι συνήθως παροδικές όπως η

κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο πόλεμο και κατά την διάρκεια της Δικτατορίας το 1967-1974, καθώς επίσης και οι σχέσεις των ΗΠΑ με ορισμένα κράτη της Λατινικής Αμερικής τις δεκαετίες 1950 και 1960, ζητήματα που δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περιπτωσιολογικής διερεύνησης στο παρόν βιβλίο.

[16] Στην περίπτωση του Κόλπου οι ΗΠΑ παρείχαν στους Ισραηλινούς αντιβαλλιστικούς πυραύλους «Πάτριοτ» για να μην κάνουν αυτό που εάν έκαναν θα ήταν εις βάρος τους, δηλαδή να αντεπιτεθούν κατά του Ιράκ προκαλώντας μετατόπιση συμμαχιών στον Αραβικό κόσμο. Είναι ευνόητο πως ήταν προς το συμφέρον των ισραηλινών να καταστραφεί ο μεγαλύτερος στρατός της περιοχής (του Ιράκ) όχι από τους ίδιους τους Ισραηλινούς αλλά από μια μεγαλύτερη συμμαχική

δύναμη. Όπως τελικά συνέβη, αυτό θα ανέτρεπε συντριπτικά υπέρ των Ισραηλινών την κατανομή ισχύος στην Μέση Ανατολή χωρίς μεγάλες ανθρώπινες, οικονομικές και πολιτικές θυσίες. Μολαταύτα, για να αποσπάσουν από τους Αμερικανούς ανταλλάγματα απειλούσαν ότι θα επιτεθούν. Έστω και εάν αυτό ήταν μπλόφα, οι Αμερικανοί δεν είχαν την πολυτέλεια να την αγνοήσουν. Εκτιμώντας την ζημιά μια τέτοιας εξέλιξης επί των δικών τους στρατηγικών συμφερόντων προτίμησαν να «ανταλλάξουν» ποικιλοτρόπως την Ισραηλινή «ανοχή» – αποχή αντεπίθεσης. Ανάλογες ανταλλαγές έγιναν και με άλλα μικρότερα κράτη. Βλ. Ifestos, «Patron –

Client Relations», ο.π

[17] Όταν βλάπτονται τα ζωτικά συμφέροντα του λιγότερο ισχυρού τότε οι πελατειακές σχέσεις είναι ασύμφορες και ο λιγότερο ισχυρός επιδιώκει είτε να παρακάμψει τις επιθυμίες του ισχυρού χωρίς να συγκρουστεί μαζί του είτε να δημιουργήσει προϋποθέσεις υψηλού κόστους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο λιγότερο ισχυρός καλείται να υποχωρήσει σε θέματα ζωτικών εθνικών συμφερόντων για να εξυπηρετήσει μια στρατηγική σκοπιμότητα του ισχυρού. Το φταίξιμο είναι μάλλον δικό του, επειδή δεν είχε φροντίσει να μην βρεθεί σ’ αυτή την

δυσχερή θέση και γι’ αυτό καλείται να υποστεί το κόστος της αμέλειάς του. Για παράδειγμα, στοιχειώδης γνώση της μεταπολεμικής Αμερικανικής στρατηγικής (δόγμα Νίξον: στρατιωτική βοήθεια και πελατειακές σχέσεις με αυτούς που μπορούν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους και να επιβάλουν περιφερειακή σταθερότητα) δείχνει ότι, οι ΗΠΑ συνάπτουν πελατειακές σχέσεις με εκείνες τις περιφερειακές δυνάμεις (Ισραήλ, Ιράν, Τουρκία, Σαουδική Αραβία), οι οποίες κατορθώνουν να ασκήσουν στρατηγική εποπτεία στο άμεσο διεθνές περιβάλλον στο οποίο ανήκουν.

Στην περίπτωση αυτή, είναι πρόβλημα του λιγότερο ισχυρού και όχι της ηγεμονικής δύναμης, να μην αφήνονται οι συσχετισμοί ισχύος με εχθρικούς γειτονικούς «τοποτηρητές» να επιδεινωθούν σε βαθμό που τα δικά τους ζωτικά εθνικά συμφέροντα να καθίστανται αναλώσιμα στον βωμό της στρατηγικής σκοπιμότητας της ηγεμονικής δύναμης. Σ’ ένα περιφερειακό σύστημα ισορροπίας ισχύος δυαδικού χαρακτήρα, εάν ανατραπεί η ισορροπία υπέρ της μιας πλευράς, το αναμενόμενο είναι πως η εκτός περιφέρειας ηγεμονική δύναμη θα καλέσει αυτόν που βρίσκεται σε

δυσμενέστερη θέση να προσαρμοστεί στην περιφερειακή στρατηγική λογική τόσο του ηγεμονικού κράτους όσο και του περιφερειακού εχθρικού κράτους. Το τελευταίο, λόγω ισχυρής θέσης, έχει πλέον την ευχέρεια να αναπτύσσει πελατειακές σχέσης με τις ισχυρότερες δυνάμεις. Το άλλο περιφερειακό κράτος έχει δύο μόνον επιλογές: είτε να καταστεί το ίδιο ο περιφερειακός πελατειακός συνεταίρος της ηγεμονικής δύναμης είτε να εξισορροπήσει πλήρως τον «περιφερειακό τοποτηρητή». Μια ακόμη πιο προχωρημένη αλλά ριψοκίνδυνη θέση θα μπορούσε να είναι η απόκτηση δυνατοτήτων πλήρους εξουδετέρωσης του «περιφερειακού τοποτηρητή» εξέλιξη που

θα καταστήσει το στρατηγικό οικοδόμημα της ηγεμονικής δύναμης ετοιμόρροπο. Σ’ αυτή και μόνο σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αναμένει πιο ισόρροπες στάσεις των τρίτων, διαφορετικά θα πληρώσει, όπως το έθεσε ο Θουκυδίδης, το τίμημα της αδυναμίας του.

[18] Μια μόνιμη θέση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν πως η ύπαρξη των ανεξαρτήτων πυρηνικών όπλων της Γαλλίας και της Βρετανίας άλλαζαν εις βάρος της τους συσχετισμούς επειδή δυσχέραιναν τους στρατηγικούς της υπολογισμούς. Βλ. Laird Robbin, «French Nuclear Forces in the 1980s and the 1990s», Comparative Strategy, vol. 4, no 4, 1984, σελ. 408. Επίσης Seignious G. & Yates J., «Europe’ s Nuclear Superpowers», Foreign Policy, no 55, Summer 1984, σ. 46-50.

[19] Αναφέρομαι στην στάση της Τουρκίας κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

[20] Για το θέμα αυτό υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις. Για συζήτηση του θέματος κατά πόσον η επίθεση, ιδιαίτερα κατά της Κρήτης, καθυστέρησε την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης ή κατά πόσον η καθυστέρηση οφειλόταν στις δυσκολίες των δυνάμεων του άξονα στα Βαλκάνια, βλ. Hart Liddel, Histoire de la Seconde Guerre Mondiale (Fayard, Paris, 1973), κεφ. 11.

[21] Βλ. Hansen P.» Adaptive Behaviour of Small States: The Case of Denmark and the European Community», Sage International Yearbook, vol. 2, 1974, σελ. 149.

[22] Βλ. Sheffer G., «Independence in Dependence of Regional Powers: The Uncomfortable Alliances in the Middle East Before and After the 1973 War», ORBIS, vol. 19 (1975-76), ιδ. σελ. 1541-1523. Βλ. επίσης Ellsberg D., Papers on War (Simon & Schuster, NY, 1972).

[23] Ο σκοπός δεν είναι η άγονη και άσκοπη αντιπαράθεση με την μεγάλη δύναμη αλλά η αποκόμιση παραχωρήσεων επί ζωτικών συμφερόντων του λιγότερου ισχυρού. Σ’ όλο το φάσμα των πελατειακών σχέσεων, το ζητούμενο για τον λιγότερο ισχυρό είναι η ανάπτυξη σχέσεων σ’ ανταλλακτική θέση: Πράξεις, αδράνεια, ή προσαρμογή με υπολογισμένο, ελεγχόμενο τρόπο και κατόπιν διαπραγματεύσεων για να αμειφθεί σε άλλους τομείς. Βλ. Hansen, οπ,

[24] Για παράδειγμα, όπως αναφέρθηκε στην υποσημείωση 166, πιο πάνω, ο λιγότερο ισχυρός, να αποκτήσει ικανότητες πλήρους εξουδετέρωσης του «περιφερειακού τοποτηρητή» της ηγεμονικής δύναμης. Δηλαδή, προκειμένου να προστατεύσει ένα ζωτικό συμφέρον, να είναι αξιόπιστα έτοιμος να προκαλέσει κατάρρευση του περιφερειακού στρατηγικού οικοδομήματος του ισχυρού.

[25] Θουκυδίδης, V/89

[26] Στην στρατηγική ανάλυση, θεωρείται υπέρτατη ικανότητα να επιτύχεις τους πολιτικούς σου στόχους χωρίς την άσκηση βίας. Προφανώς, οι Αθηναίοι σ’ αυτό απέβλεπαν και τα λόγια τους δείχνουν πως για την Αθήνα θα ήταν προτιμότερο να επιτύχουν τους πολιτικούς τους στόχους χωρίς στρατιωτικό κόστος. Αθηναίοι: «θέλουμε και χωρίς κόπο να σας εξουσιάσουμε και για το συμφέρον και των δύο μας να σωθείτε. Εσείς έχετε την δυνατότητα να υποταχθείτε πριν πάθετε τις πιο μεγάλες συμφορές και εμείς αν δεν σας καταστρέψουμε θα έχουμε κέρδος». Θουκυδίδης,

V/91&93. Επομένως, εάν οι Μήλιοι είχαν προετοιμαστεί καλύτερα και εάν ήταν σε θέση να επιβάλουν κόστος μεγαλύτερο του πιθανού οφέλους, ενδεχομένως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.

[27] Η φράση αυτή δείχνει άγνοια των ικανοτήτων του αντιπάλου αλλά και άγνοια των ικανοτήτων των συμμάχων της Μήλου. Όπως το έθεσε ο Sun Zu, «εάν γνωρίζεις τον εχθρό και τον εαυτό σου, δεν έχεις ανάγκη να φοβάσαι το αποτέλεσμα (ακόμη και) εκατό μαχών. Εάν γνωρίζεις τον εαυτό σου αλλά όχι τον εχθρό, για κάθε νίκη που κερδίζεις θα έχεις μια ήττα. Εάν δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου, ούτε τον εχθρό, θα νικηθείς σε κάθε μάχη». Η Τέχνη του Πολέμου (εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1991), σελ. 32-3.

[28] Θουκυδίδης, V/90

[29] Σ’ αυτή την έκφραση ακόμη μεγαλύτερης άγνοιας των διακρατικών σχέσεων οι Αθηναίοι απάντησαν ακόμη πιο κυνικά πως «εμείς για το τέλος της ηγεμονίας μας, αν αυτή θα καταλυθεί κάποτε, δεν ανησυχούμε γιατί δεν είναι επικίνδυνοι στους νικημένους όσοι, όπως οι Λακεδαιμόνιοι, ασκούν ηγεμονία πάνω σ’ άλλους (άλλωστε η αντιδικία μας δεν είναι με τους Λακεδαιμόνιους), αλλά επικίνδυνοι είναι οι υπήκοοι, αν τυχόν αυτοί ξεσηκωθούν και νικήσουν εκείνους που τους εξουσίαζαν. Όσο γι’ αυτό ας μείνει σε μας η φροντίδα να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο». Θουκυδίδης V/91

[30] Όπως ήδη υποστηρίχθηκε στα προηγούμενα κεφάλαια, ιδιαίτερα στο κεφάλαιο 2, οι μόνες νοητές – και ενδεχομένως εφικτές – εναλλακτικές διέξοδοι από αυτή την πραγματικότητα είναι είτε μια ηγεμονική / γενοκτονική επιβολή ομοιογένειας είτε η επιτυχία διεθνιστικών πειραμάτων παραγωγής νέων κοινωνιών (ΕΣΣΔ και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, πειράματα τα οποία φαίνεται ότι απέτυχαν). Στην πρώτη περίπτωση η τεχνητή «σοβιετική κοινωνία» διαλύθηκε όταν επιχειρήθηκε εκδημοκρατισμός και αποκέντρωση, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει το σοβιετικό (επίσης τεχνητό) κρατικό οικοδόμημα. Στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πέτυχε ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, ενίσχυσε τις κοινωνίες και παρέκαμψε προσωρινά τα κλασικά διλήμματα ασφαλείας.

[31] Gilpin Robert, «The Richness of the Tradition of Political Realism», στο Keohane Robert (ed.), Neorealism and its critics (Columbia Univ. Press, NY, 1986), σελ. 304&305.

[32] Για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του μετασχηματισμού του Θωμά Τζέφερσον όταν ανάλαβε την προεδρία των ΗΠΑ βλ. Ήφαιστος, Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, οπ, ιδ. σελ. 154-8,170-190.

[33] George Kennan, παρατίθεται στο Dougherty James & Pfaltzgraff, Ανταγωνιστικές θεωρίες διεθνών σχέσεων (Παπαζήσης, Αθήνα, 1992), σελ. 141&142.

[34] Carr E. H., The Twenty Years Crisis, 1919 – 1939, An Introduction to The Study of International Relations (Macmillan, St Martin’ s press, London, 1940), σελ. 28.

[35] Αυτό είναι το μόνο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως υπόθεση εργασίας ο υπογράφων σ’ ένα ακαδημαϊκό κείμενο. Ο ορισμός του συμφέροντος των άλλων κρατών είναι έργο δικτατόρων ή ηγεμόνων. Βλ. Edward Carr, ό.π, σελ. 110.

[36] Το αποκορύφωμα της πολιτικής εκδήλωσης αυτής της λανθασμένης αντίληψης του διεθνούς χώρου ήταν το σύνθημα στις εκδηλώσεις του 1968 «η ουτοπία στην εξουσία».

[37] Με την φράση «ανάλυσαν το διεθνές σύστημα» δεν εννοώ ιδεατές συλλογικές διαδικασίες προσδιορισμού και επιδίωξης του συμφέροντός ενός κράτους. Αναφέρεται, όμως, στην συλλογική ικανότητα να διερευνηθούν όλες οι πτυχές ενός προβλήματος, να οριοθετήσει εναλλακτικές επιλογές με εσωτερική λογική και να εφαρμόσει προσεγγίσεις εκπλήρωσης των επιδιώξεων. Για παράδειγμα, η επικράτηση της πολιτικής επιλογής να καταστεί η Γαλλία πυρηνική δύναμη ήταν αποτέλεσμα σφοδρών συζητήσεων με αντίθετα συμφέροντα και απόψεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Τελικά, η λογική αυτή επικράτησε και ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός το 1997 είχε την πολυτέλεια να δηλώνει σ’ αυτόν τον κόσμο που αναμένεται να συνεχίζει να λειτουργεί στην βάση κριτηρίων ισχύος». Η Γαλλία υποστήριξε το 1997 ο Lionel Jospin, θα συνεχίσει την στρατηγική της και τα πυρηνικά της όπλα είναι βασικός συντελεστής ισχύος που την βοηθούν στην ανάπτυξη ρόλου στην «διαμόρφωση των παγκοσμίων ισορροπιών» (βλ. το απόσπασμα της ομιλίας του Lionel Jospin, πρωθυπουργού της Γαλλίας στον υπότιτλο της επόμενης υπό -ενότητας). Επομένως, η φράση «ανέλυσαν το διεθνές σύστημα» που χρησιμοποιώ εντός κειμένου, αναφέρεται στην πνευματική και πολιτική τάση, η οποία, μετά από ένα μεγάλο εσωτερικό διάλογο επικράτησε. Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικές αναλύσεις και εκτιμήσεις του στρατηγού Ντε Γκολ και η πολιτική του φιλοσοφία πάνω στην οποία εδράζεται η μεταπολεμική Γαλλική εθνική στρατηγική, είναι –ανεξαρτήτως αν κάποιος διαφωνεί ή συμφωνεί με τις φιλοσοφικές παραδοχές του Ντε Γκολ– μνημείο ιστορικής γνώσης και ακριβούς εκτίμησης της διεθνούς πραγματικότητας και του χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος.

[38] Υποστήριξη των ΗΠΑ στην κρίση της Κούβας, ταξίδι του Μιτεράν και ομιλία στην Γερμανική Βουλή υπέρ της εγκατάστασης των ευρωπυραύλων

[39] Για παράδειγμα, η απόρριψη της πρότασης για την πολυεθνική πυρηνική δύναμη που θα αναιρούσε την Γαλλική πυρηνική αυτονομία. Επίσης, τα αντίποινα κατά των Αμερικανών πεζοναυτών που επισκέπτονταν την Γαλλία σ’ αντίδραση αντίστοιχης στάσης κατά την διάρκεια επίσκεψης Γαλλικών πολεμικών πλοίων στις ΗΠΑ. Αυτές οι στάσεις επί θεμάτων ζωτικών συμφερόντων και εθνικής αξιοπρέπειας, ενώ παροδικά «ενοχλούσαν» την Ουάσινγκτον, οικοδομούσαν ταυτόχρονα σεβασμό στην Γαλλική εθνική ιδιαιτερότητα. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα πως επί συμφερόντων πρωταρχικής σημασίας, ένα κράτος όχι μόνον έχει μεγαλύτερα διαπραγματευτικά

περιθώρια αλλά πρέπει να είναι έτοιμο να πληρώσει ένα ορισμένο κόστος προκειμένου να εδραιώσει ευνοϊκές δομικές συνθήκες που εξυπηρετούν το συμφέρον επιβίωσής του. Αναντίρρητα, όπως ήδη σημειώθηκε, τέτοιοι ελιγμοί απαιτούν αξιοπιστία, μελετημένα και υπολογισμένα βήματα, ορθολογισμό και οπωσδήποτε ακριβή εκτίμηση των συμφερόντων και της κατανομής ισχύος και συμφερόντων.

[40] Επισκέψεις στην Μόσχα, απόρριψη της διπολικής λογικής, πιέσεις επί της Βόννης για λιγότερη Αμερικανική επιρροή και τελικά σύναψη της Συμφωνίας Γαλλίας – Γερμανίας το 1963.

[41] Ιδιόμορφο καθεστώς στην Ατλαντική Συμμαχία που αναγνωρίστηκε το 1974 στην Ottawa, ειδική συνεργασία στην πυρηνική τεχνολογία, ειδικό καθεστώς στις σχέσεις με το ΝΑΤΟ μετά τον ψυχρό πόλεμο.

[42] Η φράση του Ντε Γκωλ: «η εθνική πραγματικότητα επισκιάζει όλες τις άλλες πραγματικότητες» ήταν μια φιλοσοφική – ιδεολογική τοποθέτηση η οποία τελικά ήταν η κρατούσα πολιτική φιλοσοφία διεθνών σχέσεων στην Γαλλία. Ορισμένες «φυγόκεντρες» ιδεολογικές απόψεις του Μιτεράν εγκαταλείφθηκαν όταν έγινε πρόεδρος το 1981. Στην συνέχεια ο πρόεδρος Μιτεράν υιοθετούσε διπλωματικές επιλογές οι οποίες, όπως συχνά επισημαίνεται, ήταν «Γκωλικότερες των Γκωλικών» ή «Γκωλικές με άλλο όνομα». Ενδεικτικά, βλ. Hoffmann Stanley, «Gaullism by Another

Name», Foreign Policy no 57, Winter 1984/5.

[43] Στις διακρατικές σχέσεις, όταν αναίτια και χωρίς αντάλλαγμα υποχωρείς και μάλιστα επί ζωτικών συμφερόντων, εισπράττεις όχι οφέλη αλλά περιφρόνηση και περαιτέρω πιέσεις για επιπρόσθετες υποχωρήσεις. Αντίστροφα, όταν ασκόπως ανταγωνίζεσαι άλλα κράτη ή άλλους διεθνείς δρώντες αποκτάς φήμη αστάθμητου και ανορθολογικού δρώντα.

[44] Στην στρατηγική ανάλυση, υποστηρίζεται πως το κράτος που καταφέρνει να δημιουργήσει παραστάσεις πως έχει μεγαλύτερο σχετικό συμφέρον (intrinsic interests or values) από τους εχθρούς ή ανταγωνιστές του (ή εάν όντως έχει τέτοια συμφέροντα, κατορθώσει να μην αφήσει αμφιβολίες για το γεγονός αυτό), τόσο στην πελατειακή διαπραγμάτευση με τους συμμάχους του όσο και στο αποτρεπτικό παιχνίδι με τους αντιπάλους του, έχει διευρυμένες δυνατότητες επικράτησης χωρίς σύγκρουση. Το αντίστροφο ισχύει για το κράτος που έχει συμφέρον δυνάμεως (power interests or values), δηλαδή συμφέρον που δεν σχετίζεται άμεσα με την επιβίωσή του

αλλά με την αύξηση της δυνάμεώς του. Βλ. Snyder Glen, Deterrence and Defense: Towards a Theory of National Security (Princeton Univ. Press, NJ, 1960), σελ. 314-5. Βλ. επίσης, Ήφαιστος Π., «Αποτρεπτική Στρατηγική και Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», στο Ήφαιστος Π. / Πλατιάς Αθ., Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική (Παπαζήσης, Αθήνα, 1992), ιδ. σελ. 78-83.

[45] Η οποία ήταν δίκοπο μαχαίρι, επειδή από την μια πλευρά βοηθούσε στην αποκατάσταση της Γερμανίας στον Δυτικό χώρο αλλά από την άλλη αύξανε τις απειλές και παγίωνε την διχοτόμηση.

[46] Για παράδειγμα, την συζήτηση του Αντενάουέρ με τον Ντε Γκωλ το 1958, στο Ντε Γκωλ, Απομνημονεύματα Ελπίδος (Ελληνική Μορφωτική Εστία, Αθήνα 1970) Τόμος Α, σελ. 342-53. Ο Γερμανός Καγκελάριος θεωρούσε ορισμένα ζωτικά συμφέροντα αδιαπραγμάτευτα, παρά την δυσμενή θέση της Γερμανίας έθετε όρους αλλά σ’ ανταλλακτική βάση και έντασσε τις σκέψεις και συνομιλίες του σε στρατηγική προοπτική η οποία ενέπνεε την εμπιστοσύνη του Ντε Γκωλ, αύξανε την αξιοπιστία της Γερμανίας και δημιουργούσε ορθολογιστική βάση πελατειακών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Η Γερμανία υιοθετούσε ανάλογες θέσεις και στάσεις στις σχέσεις με τις ΗΠΑ.

[47] Κατά καιρούς, ήταν η κρατούσα θέση στην Γαλλία, στις ΗΠΑ, και στην Σοβιετική Ένωση.

[48] Όπως είδαμε, έκαναν «υποχώρηση» με το να δεχθούν την διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στην οποία πολλοί Γερμανοί αντιδρούσαν, φροντίζοντας ταυτόχρονα να πείσουν τους Αμερικανούς πως είναι το ανάχωμα κατά του Κομμουνισμού στην Κεντρική Ευρώπη, επιτυγχάνοντας έτσι να αυξήσουν τα ερείσματα στον πελατειακό διάλογο.

[49] Ουσιαστικά, με το δόγμα Halstein, και παρά το κόστος που αυτό προκαλούσε, μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν την επιδείνωση των σχέσεων Ανατολής – Δύσης, για να διατηρήσουν ζωντανό το Γερμανικό ζήτημα και να διαφυλάξουν το συμφέρον επιβίωσης (δηλαδή το συμφέρον επανένωσης)

[50] Ενίοτε για να αντισταθμίσει αντίστοιχες επισκέψεις των ηγετών της Γαλλίας και Βρετανίας.

[51] Για να αναφερθούμε σ’ ακόμη ένα παράδειγμα (βλ. κεφ. 5.4&5.5), όταν, αρχές της δεκαετίας του 1960, οι Γερμανοί ηγέτες βρέθηκαν στις συμπληγάδες της ύφεσης και της έντασης Ανατολής – Δύσης με αποτέλεσμα μεγάλους κινδύνους παγίωσης της Γερμανικής διχοτόμησης, πήγαν «κόντρα στο ρεύμα». Χωρίς ούτε προς στιγμή να πάψουν να είναι πιστοί σύμμαχοι, εν τούτοις, στις επισκέψεις στην Ουάσινγκτον προκαλούσαν δυσφορία και συχνά οργή επειδή για να διαφυλάξουν τους εαυτούς

τους από τον κίνδυνο παγίωσης των μεταπολεμικών δομών υιοθετούσαν θέσεις που δεν εντασσόταν στην συγκυριακή πολιτική ορθοδοξία. Τελικά, αυτό αποδείχθηκε μια σεβαστή «κατάθεση αιτήματος» θεμιτού εθνικού συμφέροντος, η οποία μέτρησε τόσο στην Δυτική πολιτική της Γερμανίας όσο και στην τελική διαμόρφωση της «νέας Οστπολιτίκ» προς το τέλος της δεκαετίας.

[52] Όπως διαπιστώσαμε αυτή ήταν η έκδηλα διατυπωμένη πολλών ηγετών της Δύσης και μάλιστα της Ευρώπης.

[53] Για παράδειγμα, ο πρόεδρος Bush, πριν προσδιορίσει την τελική του θέση για τους ρυθμούς της επανένωσης παρακολουθούσε με προσοχή τις στάσεις των άλλων ευρωπαίων ηγετών. Το πράσινο φως για τον Αμερικανό πρόεδρο ήταν η διστακτική και απρόθυμη «μεταστροφή» του προέδρου Μιτεράν στις 7 Νοεμβρίου 1989, όταν δήλωσε πως «η ιστορία είναι εκεί, την παίρνω όπως έρχεται, . . . Εάν αυτό είναι που θέλουν οι Γερμανοί και μπορούν να το κατορθώσουν η Γαλλία θα προσαρμοστεί και να κάνει ότι είναι καλύτερο για την Ευρώπη και το εθνικό της συμφέρον. Η

επανένωση δημιουργεί τόσα πολλά προβλήματα που με αναγκάζει να τα αντιμετωπίζω καθώς θα επέρχονται». Ο αμερικανός πρόεδρος ερμήνευσε διασταλτικά την δήλωση αυτή και την εξέλαβε ως αλλαγή της Γαλλικής θέσης που τον ενεθάρρυνε για πιο αποφασιστικές επιλογές υπέρ της επανένωσης. Βλ. Zelikow Philip & Condoleeza Rice, Germany Unified and Europe Transformed (Harvard Univ. Press, Cambridge Mass., 1995), σελ. 96-98&400 (σημείωση 106). Είναι ευνόητο πως στην Γερμανία οι προαναφερθείσες νεοφιλελεύθερες στάσεις ορισμένων σοσιαλδημοκρατών επικρατούσαν, η Γαλλία θα συμφωνούσε να μην επανενωθεί η Γερμανία.

[54] Αυτές οι εκτιμήσεις στηρίζονται στις διαπιστώσεις που κάναμε πιο πάνω για τις προθέσεις και τα συμφέροντα των υπολοίπων κρατών της Ευρώπης για το Γερμανικό ζήτημα (βλ. ιδ. κεφ. 5.7)

[55] Στο μη ορατό μέλλον, ή και ποτέ.

[56] Καθεστώς πλήρους εξάρτησης τις δεκαετίες 1950 και1960, επταετής δικτατορία, Κυπριακή εισβολή το 1974 και αμφιλεγόμενη στάση στο ζήτημα της Τουρκικής απειλής.

[57] Αμέσως μετά τον πόλεμο, όταν η οικονομική και πολιτική τους υποδομή ήταν κατεστραμμένη.

[58] Τα παραδείγματα είναι πολλά: δασμοί, ποσοστώσεις, Γκάττ, Ευρωπαϊκή Πολιτική

Συνεργασία, κρίση του 1973 για την κατανομή ρόλων, θέματα υφέσεως / έντασης στις σχέσεις Ανατολής – Δύσης, πετρελαιακή κρίση, Ευρωπαϊκός ρόλος στην Μέση Ανατολή, κτλ.

[59] Όπως διαπιστώσαμε στο δεύτερο κεφάλαιο, οι νεοφιλελεύθερες ιδέες διαφέρουν ανάλογα με το κατά πόσον προέρχονται από αναλυτές η πολιτικά πρόσωπα ισχυρών δυτικών χωρών ή διανοητές και πολιτικούς ηγέτες λιγότερο ισχυρών κρατών. Ουσιαστικά, η παρατήρηση αυτή, και σε σχέση με το επίμαχο θέμα των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών, θα μπορούσε να οδηγήσει στο εξής διττό συμπέρασμα: Πρώτο, υπάρχουν νεοφιλελεύθερες θέσεις οι οποίες, κατά κύριο λόγο, προέρχονται από αναλυτές και πολιτικούς ηγεμονικών χωρών και κυρίως των ΗΠΑ και τις οποίες εξετάσαμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Ουσιαστικά, υποστηρίζουν την εγκαθίδρυση

διεθνών θεσμών υπό υψηλή Αμερικανική εποπτεία και πολιτική νομιμοποίησή τους με διάδοση και επικράτηση των αγγλοσαξονικών αξιών και συμφερόντων. Στην καλύτερη περίπτωση, όπως διαπιστώσαμε, υποστηρίζουν πως η ηγεμονική σταθερότητα θα είναι αγαθοεργός και στην χειρότερη πως έστω και αν είναι επαχθής αποτελεί περαστικό φαινόμενο, επειδή οι ηγεμονικές δυνάμεις, αργά ή γρήγορα, παρακμάζουν και αποδυναμώνονται. Όταν συμβεί αυτό, υποθέτουν, οι θεσμοί και η σταθερότητα θα αποτελούν κεκτημένο. Δηλαδή, είτε πρόκειται περί ηγεμονικών εκλογικεύσεων είτε περί αφελών προσδοκιών, η πρώτη περίπτωση νεοφιλελεύθερων απόψεων

προέρχονται ή εξυπηρετούν τα συμφέροντα μιας ή περισσοτέρων δυτικών δυνάμεων στην ιστορική συγκυρία που διανύουμε. Η δεύτερη περίπτωση νεοφιλελεύθερων θέσεων και ιδεών, αναφέρεται σε ποικίλες απόψεις – ενίοτε συγκεχυμένες, όπως αυτές ορισμένων Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, της περιόδου 1988-1991 – οι οποίες, κατά κύριο λόγο προέρχονται από λιγότερο ισχυρά κράτη. Οι απόψεις αυτές – αλληλεξάρτηση, τέλος της κυριαρχίας, διεθνιστικές ολοκληρώσεις, «διεθνής» κοινή γνώμη, «διεθνής κοινότητα», κτλ – ηθελημένα λόγω συμφερόντων ή εξ αγνοίας, διαβάζουν λαθεμένα το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα, το οποίο, χωρίς περιστροφές,

ομιλεί για περιορισμό της κρατικής κυριαρχίας των άλλων και αναβάθμιση σε δεσπόζουσα θέση της κυριαρχικής ισχύος της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης (όπως αναφέρθηκε, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «ηγεμονική σταθερότητα»). Πιο συγκεκριμένα, πάντοτε σ’ αυτό το πλαίσιο, το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα δεν αναφέρεται σε γενικευμένη αποδυνάμωση της κρατικής κυριαρχίας και έλευση ενός διεθνιστικού κόσμου, όπως αφελώς υποθέτουν μερικοί σε λιγότερο ισχυρά κράτη) αλλά σε μια νέα κατανομή ισχύος, ρόλων και συμφερόντων. Εάν σε μια λιγότερο ισχυρή χώρα επικρατήσουν αυτές οι ιδέες τότε, ασφαλώς, η ανάπτυξη πελατειακών

σχέσεων είναι απίθανο ενδεχόμενο. Το κράτος αυτό θα είναι ιδεολογικά διάτρητο και

ευάλωτο στους εξωγενούς παράγοντες που επιθυμούν να επωφεληθούν εις βάρος

της εθνικής του κυριαρχίας.

[60] Γαλλία: Ανεξαρτησία, Αυτονομία, Πυρηνικό αποτρεπτικό, παρουσία στον στον «τρίτο κόσμο», εθνική αξιοπρέπεια απέναντι στην Σύμμαχο Αμερική. Βρετανία: ειδική σχέση, ισορροπία στην Ευρώπη, περιορισμός του εγχειρήματος της ολοκλήρωσης σε διακυβερνητικά και Ατλαντικά πλαίσια, πυρηνικό αποτρεπτικό, Ατλαντική Συμμαχία. Γερμανία: Στόχος επανένωσης μέχρι και την επίτευξή της, Οστπολιτίκ, Ευρωπαϊκή πολιτική.

[61] Δεν χρειάζεται να τονιστεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή, ως προς πώς θα «έπρεπε να είναι το διεθνές σύστημα» οι απόψεις αποκλίνουν από άτομο σε άτομο, από ομάδα σε ομάδα και από κράτος σε κράτος. Όπως ήδη τονίσθηκε, σταθερά στην ιστορία, τα ηγεμονικά κράτη, υποστηρίζουν έναν ενοποιημένο περιφερειακό ή παγκόσμιο χώρο, στις γραμμές, όμως, των δικών τους συμφερόντων. Βλ. Carr E.H., The Twenty Year Crisis, οπ, σελ. ιδ. σελ. 96,100,108-112.

 

 

Πηγή: ifestos.edu.gr

 

 

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Upload File

You can include images or files in your comment by selecting them below. Once you select a file, it will be uploaded and a link to it added to your comment. You can upload as many images or files as you like and they will all be added to your comment.